δηλώνω  Verb  [dilono, thilono, dhlwnw]

Ähnliche Bedeutung wie δηλώνω


Beispielsätze δηλώνω

... δημώδης Λατινική χρησιμοποιείται από τους μελετητές με ποικιλία σημασιών. Δηλώνει την ομιλουμένη Λατινική τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η κλασική Λατινική ...

... σχέδιο. Στο Ο Αγών Μου ο Χίτλερ δηλώνει επανειλημμένα το ασίγαστο μίσος του για τους Εβραίους, όμως πουθενά δεν δηλώνει την πρόθεσή του να εξολοθρεύσει ...

... μύησή τους σε όλους τους τεκτονικούς βαθμούς. Ο Ελευθεροτεκτονισμός δηλώνει ρητά και ανοικτά πως δεν είναι ούτε θρησκεία ούτε υποκατάστατο θρησκείας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erklären

... Bitte erklären Sie, warum Sie nicht kommen können. ...

... Bitte erklären Sie es im Detail. ...

... Ich werde es so gut ich kann zu erklären versuchen. ...

Quelle: lilygilder, xtofu80, samueldora

Grammatik


ΔΗΛΩΝΩ
I declare
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δηλώνωδηλώνουμε, δηλώνομεδηλώνομαιδηλωνόμαστε
δηλώνειςδηλώνετεδηλώνεσαιδηλώνεστε, δηλωνόσαστε
δηλώνειδηλώνουν(ε)δηλώνεταιδηλώνονται
Imper
fekt
δήλωναδηλώναμεδηλωνόμουν(α)δηλωνόμαστε, δηλωνόμασταν
δήλωνεςδηλώνατεδηλωνόσουν(α)δηλωνόσαστε, δηλωνόσασταν
δήλωνεδήλωναν, δηλώναν(ε)δηλωνόταν(ε)δηλώνονταν, δηλωνόντανε, δηλωνόντουσαν
Aoristδήλωσαδηλώσαμεδηλώθηκαδηλωθήκαμε
δήλωσεςδηλώσατεδηλώθηκεςδηλωθήκατε
δήλωσεδήλωσαν, δηλώσαν(ε)δηλώθηκεδηλώθηκαν, δηλωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω δηλώσει
έχω δηλωμένο
έχουμε δηλώσει
έχουμε δηλωμένο
έχω δηλωθεί
είμαι δηλωμένος, -η
έχουμε δηλωθεί
είμαστε δηλωμένοι, -ες
έχεις δηλώσει
έχεις δηλωμένο
έχετε δηλώσει
έχετε δηλωμένο
έχεις δηλωθεί
είσαι δηλωμένος, -η
έχετε δηλωθεί
είστε δηλωμένοι, -ες
έχει δηλώσει
έχει δηλωμένο
έχουν δηλώσει
έχουν δηλωμένο
έχει δηλωθεί
είναι δηλωμένος, -η, -ο
έχουν δηλωθεί
είναι δηλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δηλώσει
είχα δηλωμένο
είχαμε δηλώσει
είχαμε δηλωμένο
είχα δηλωθεί
ήμουν δηλωμένος, -η
είχαμε δηλωθεί
ήμαστε δηλωμένοι, -ες
είχες δηλώσει
είχες δηλωμένο
είχατε δηλώσει
είχατε δηλωμένο
είχες δηλωθεί
ήσουν δηλωμένος, -η
είχατε δηλωθεί
ήσαστε δηλωμένοι, -ες
είχε δηλώσει
είχε δηλωμένο
είχαν δηλώσει
είχαν δηλωμένο
είχε δηλωθεί
ήταν δηλωμένος, -η, -ο
είχαν δηλωθεί
ήταν δηλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δηλώνωθα δηλώνουμε, θα δηλώνομεθα δηλώνομαιθα δηλωνόμαστε
θα δηλώνειςθα δηλώνετεθα δηλώνεσαιθα δηλώνεστε, θα δηλωνόσαστε
θα δηλώνειθα δηλώνουν(ε)θα δηλώνεταιθα δηλώνονται
Fut
ur
θα δηλώσωθα δηλώσουμε, θα δηλώσομεθα δηλωθώθα δηλωθούμε
θα δηλώσειςθα δηλώσετεθα δηλωθείςθα δηλωθείτε
θα δηλώσειθα δηλώσουνθα δηλωθείθα δηλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δηλώσει
θα έχω δηλωμένο
θα έχουμε δηλώσει
θα έχουμε δηλωμένο
θα έχω δηλωθεί
θα είμαι δηλωμένος, -η
θα έχουμε δηλωθεί
θα είμαστε δηλωμένοι, -ες
θα έχεις δηλώσει
θα έχεις δηλωμένο
θα έχετε δηλώσει
θα έχετε δηλωμένο
θα έχεις δηλωθεί
θα είσαι δηλωμένος, -η
θα έχετε δηλωθεί
θα είστε δηλωμένοι, -ες
θα έχει δηλώσει
θα έχει δηλωμένο
θα έχουν δηλώσει
θα έχουν δηλωμένο
θα έχει δηλωθεί
θα είναι δηλωμένος, -η, -ο
θα έχουν δηλωθεί
θα είναι δηλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δηλώνωνα δηλώνουμε, να δηλώνομενα δηλώνομαινα δηλωνόμαστε
να δηλώνειςνα δηλώνετενα δηλώνεσαινα δηλώνεστε, να δηλωνόσαστε
να δηλώνεινα δηλώνουν(ε)να δηλώνεταινα δηλώνονται
Aoristνα δηλώσωνα δηλώσουμε, να δηλώσομενα δηλωθώνα δηλωθούμε
να δηλώσειςνα δηλώσετενα δηλωθείςνα δηλωθείτε
να δηλώσεινα δηλώσουν(ε)να δηλωθείνα δηλωθούν(ε)
Perfνα έχω δηλώσει
να έχω δηλωμένο
να έχουμε δηλώσει
να έχουμε δηλωμένο
να έχω δηλωθεί
να είμαι δηλωμένος, -η
να έχουμε δηλωθεί
να είμαστε δηλωμένοι, -ες
να έχεις δηλώσει
να έχεις δηλωμένο
να έχετε δηλώσει
να έχετε δηλωμένο
να έχεις δηλωθεί
να είσαι δηλωμένος, -η
να έχετε δηλωθεί
να είστε δηλωμένοι, -ες
να έχει δηλώσει
να έχει δηλωμένο
να έχουν δηλώσει
να έχουν δηλωμένο
να έχει δηλωθεί
να είναι δηλωμένος, -η, -ο
να έχουν δηλωθεί
να είναι δηλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδήλωνεδηλώνετεδηλώνεστε
Aoristδήλωσεδηλώστε, δηλώσετεδηλώσουδηλωθείτε
Part
izip
Presδηλώνοντας
Perfέχοντας δηλώσει, έχοντας δηλωμένοδηλωμένος, -η, -οδηλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristδηλώσειδηλωθεί








Griechische Definition zu δηλώνω

δηλώνω [δilóno] -ομαι : 1. λέω ή ανακοινώνω κτ. συνήθ. με επίσημο τρόπο: Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι δεν παραιτείται. Ο μάρτυρας δήλωσε ότι η πρώτη του κατάθεση είναι ψευδής. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δηλώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15