{η}  αντοχή  Subst.  [antochi, antoxh]


Beispielsätze αντοχή

... ιδιότητες και κυρίως διαφορετική αντοχή στη δύναμη, ανάλογα με το αν θα φορτιστούν κάθετα ή παράλληλα προς τον επιμήκη άξονά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ...

... βρίσκονταν σε πλασμίδια. Άλλα βακτήρια με αντοχή στο άργυρο έχουν βρεθεί στα απόβλητα των εργοστασίων που επανεπεξεργάζονταν φωτογραφικά φιλμ. Είναι πολύ πιθανό ...

... καφές, δηλαδή διεγείρει το νευρικό σύστημα και αυξάνει την αντοχή στην κούραση, σε μικρότερο όμως βαθμό. Άλλα κύρια συστατικά του τσαγιού είναι οι πουρίνες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze Festigkeit

... Sie sprach laut, um eine Festigkeit an den Tag zu legen, die sie nicht besaß. ...

... Die Höhe des Trinkgeldes richtet sich nach der Festigkeit des Charakters. Je unsicherer man sich fühlt, desto höher wird die Bestechungssumme sein, die man für ein paar flüchtige Augenblicke der Selbstbestätigung zu zahlen bereit ist. ...

... Sie sprach laut, in dem Bemühen ihrer Stimme eine Festigkeit zu verleihen, die ihr nicht zu Gebote stand. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik




Singular

Plural

Nominativ die Festigkeit

die Festigkeiten

Genitiv der Festigkeit

der Festigkeiten

Dativ der Festigkeit

den Festigkeiten

Akkusativ die Festigkeit

die Festigkeiten




Singular

Plural

Nominativ das Durchhaltevermögen

Genitiv des Durchhaltevermögens

Dativ dem Durchhaltevermögen

Akkusativ das Durchhaltevermögen




Singular

Plural

Nominativ die Ausdauer

Genitiv der Ausdauer

Dativ der Ausdauer

Akkusativ die Ausdauer




Singular

Plural

Nominativ die Kondition

die Konditionen

Genitiv der Kondition

der Konditionen

Dativ der Kondition

den Konditionen

Akkusativ die Kondition

die Konditionen



Griechische Definition zu αντοχή

αντοχή η [andoxí] : 1.η δύναμη που έχει ένας ζωντανός οργανισμός να αντιμετωπίζει αντίξοες συνθήκες, χωρίς να καταπονείται ή να φθείρεται: Άνθρωπος με μεγάλη σωματική και ψυχική αντοχή. Έχει αντοχή στους κόπους / στις στερήσεις / στους πόνους. Kουράστηκα, δεν έχω άλλη αντοχή. H καμήλα έχει μεγάλη αντοχή στη δίψα. Tα ευαίσθητα φυτά δεν έχουν αντοχή στο κρύο. || (αθλ.) δρόμος αντοχής, ονομασία των αγώνων δρόμου στις αποστάσεις από 3000 μέτρα και πάνω. || Οικονομική αντοχή, η δυνατότητα που έχει κάποιος να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές ανάγκες του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αντοχή

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15