ανακοινώνω  Verb  [anakinono, anakoinwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ανακοινώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανακοινώνω

... https://archive.is/SuKD0. Ανακτήθηκε στις 2017-09-07.  «Σαλαμίνα: Ανακοινώνει Α. Σούπκα 1+1 ...». 2009-04-21. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις ...

... κηρύσσονταν με βασιλικό διάταγμα που ανακοινώνονταν, παρούσας της Βουλής την ίδια μέρα, διαφορετικά ανακοινώνονταν σ΄ αυτή με την πρώτη σύγκλησή της. Σήμερα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausrufen

... Eines Tages kommt der Moment, in dem Sie ausrufen können: „Ich habe es getan!“ ...

... Prädikation (von lateinisch praedicare: bekanntmachen, ausrufen bzw. praedicatio: Aussage, Bekanntmachung) ist ein (sprach-)philosophischer Fachbegriff ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΚΟΙΝΩΝΩ
I announce
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανακοινώνωανακοινώνουμε, ανακοινώνομεανακοινώνομαιανακοινωνόμαστε
ανακοινώνειςανακοινώνετεανακοινώνεσαιανακοινώνεστε, ανακοινωνόσαστε
ανακοινώνειανακοινώνουν(ε)ανακοινώνεταιανακοινώνονται
Imper
fekt
ανακοίνωναανακοινώναμεανακοινωνόμουν(α)ανακοινωνόμαστε, ανακοινωνόμασταν
ανακοίνωνεςανακοινώνατεανακοινωνόσουν(α)ανακοινωνόσαστε, ανακοινωνόσασταν
ανακοίνωνεανακοίνωναν, ανακοινώναν(ε)ανακοινωνόταν(ε)ανακοινώνονταν, ανακοινωνόντανε, ανακοινωνόντουσαν
Aoristανακοίνωσαανακοινώσαμεανακοινώθηκαανακοινωθήκαμε
ανακοίνωσεςανακοινώσατεανακοινώθηκεςανακοινωθήκατε
ανακοίνωσεανακοίνωσαν, ανακοινώσαν(ε)ανακοινώθηκεανακοινώθηκαν, ανακοινωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανακοινώσει
έχω ανακοινωμένο
έχουμε ανακοινώσει
έχουμε ανακοινωμένο
έχω ανακοινωθεί
είμαι ανακοινωμένος, -η
έχουμε ανακοινωθεί
είμαστε ανακοινωμένοι, -ες
έχεις ανακοινώσει
έχεις ανακοινωμένο
έχετε ανακοινώσει
έχετε ανακοινωμένο
έχεις ανακοινωθεί
είσαι ανακοινωμένος, -η
έχετε ανακοινωθεί
είστε ανακοινωμένοι, -ες
έχει ανακοινώσει
έχει ανακοινωμένο
έχουν ανακοινώσει
έχουν ανακοινωμένο
έχει ανακοινωθεί
είναι ανακοινωμένος, -η, -ο
έχουν ανακοινωθεί
είναι ανακοινωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ανακοινώσει
είχα ανακοινωμένο
είχαμε ανακοινώσει
είχαμε ανακοινωμένο
είχα ανακοινωθεί
ήμουν ανακοινωμένος, -η
είχαμε ανακοινωθεί
ήμαστε ανακοινωμένοι, -ες
είχες ανακοινώσει
είχες ανακοινωμένο
είχατε ανακοινώσει
είχατε ανακοινωμένο
είχες ανακοινωθεί
ήσουν ανακοινωμένος, -η
είχατε ανακοινωθεί
ήσαστε ανακοινωμένοι, -ες
είχε ανακοινώσει
είχε ανακοινωμένο
είχαν ανακοινώσει
είχαν ανακοινωμένο
είχε ανακοινωθεί
ήταν ανακοινωμένος, -η, -ο
είχαν ανακοινωθεί
ήταν ανακοινωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανακοινώνωθα ανακοινώνουμε, θα ανακοινώνομεθα ανακοινώνομαιθα ανακοινωνόμαστε
θα ανακοινώνειςθα ανακοινώνετεθα ανακοινώνεσαιθα ανακοινώνεστε, θα ανακοινωνόσαστε
θα ανακοινώνειθα ανακοινώνουν(ε)θα ανακοινώνεταιθα ανακοινώνονται
Fut
ur
θα ανακοινώσωθα ανακοινώσουμε, θα ανακοινώσομεθα ανακοινωθώθα ανακοινωθούμε
θα ανακοινώσειςθα ανακοινώσετεθα ανακοινωθείςθα ανακοινωθείτε
θα ανακοινώσειθα ανακοινώσουνθα ανακοινωθείθα ανακοινωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανακοινώσει
θα έχω ανακοινωμένο
θα έχουμε ανακοινώσει
θα έχουμε ανακοινωμένο
θα έχω ανακοινωθεί
θα είμαι ανακοινωμένος, -η
θα έχουμε ανακοινωθεί
θα είμαστε ανακοινωμένοι, -ες
θα έχεις ανακοινώσει
θα έχεις ανακοινωμένο
θα έχετε ανακοινώσει
θα έχετε ανακοινωμένο
θα έχεις ανακοινωθεί
θα είσαι ανακοινωμένος, -η
θα έχετε ανακοινωθεί
θα είστε ανακοινωμένοι, -ες
θα έχει ανακοινώσει
θα έχει ανακοινωμένο
θα έχουν ανακοινώσει
θα έχουν ανακοινωμένο
θα έχει ανακοινωθεί
θα είναι ανακοινωμένος, -η, -ο
θα έχουν ανακοινωθεί
θα είναι ανακοινωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανακοινώνωνα ανακοινώνουμε, να ανακοινώνομενα ανακοινώνομαινα ανακοινωνόμαστε
να ανακοινώνειςνα ανακοινώνετενα ανακοινώνεσαινα ανακοινώνεστε, να ανακοινωνόσαστε
να ανακοινώνεινα ανακοινώνουν(ε)να ανακοινώνεταινα ανακοινώνονται
Aoristνα ανακοινώσωνα ανακοινώσουμε, να ανακοινώσομενα ανακοινωθώνα ανακοινωθούμε
να ανακοινώσειςνα ανακοινώσετενα ανακοινωθείςνα ανακοινωθείτε
να ανακοινώσεινα ανακοινώσουν(ε)να ανακοινωθείνα ανακοινωθούν(ε)
Perfνα έχω ανακοινώσει
να έχω ανακοινωμένο
να έχουμε ανακοινώσει
να έχουμε ανακοινωμένο
να έχω ανακοινωθεί
να είμαι ανακοινωμένος, -η
να έχουμε ανακοινωθεί
να είμαστε ανακοινωμένοι, -ες
να έχεις ανακοινώσει
να έχεις ανακοινωμένο
να έχετε ανακοινώσει
να έχετε ανακοινωμένο
να έχεις ανακοινωθεί
να είσαι ανακοινωμένος, -η
να έχετε ανακοινωθεί
να είστε ανακοινωμένοι, -ες
να έχει ανακοινώσει
να έχει ανακοινωμένο
να έχουν ανακοινώσει
να έχουν ανακοινωμένο
να έχει ανακοινωθεί
να είναι ανακοινωμένος, -η, -ο
να έχουν ανακοινωθεί
να είναι ανακοινωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανακοίνωνεανακοινώνετεανακοινώνεστε
Aoristανακοίνωσεανακοινώσετε, ανακοινώστεανακοινώσουανακοινωθείτε
Part
izip
Presανακοινώνοντας
Perfέχοντας ανακοινώσει, έχοντας ανακοινωμένοανακοινωμένος, -η, -οανακοινωμένοι, -ες, -α
InfinAoristανακοινώσειανακοινωθεί














Griechische Definition zu ανακοινώνω

ανακοινώνω [anakinóno] -ομαι : κάνω γνωστή στο κοινό μια είδηση, εγγράφως ή προφορικά: H κυβέρνηση ανακοίνωσε τα νέα φορολογικά μέτρα. Aύριο θα ανακοινωθούν τα αποτελέσματα των εξετάσεων, θα γνωστοποιηθούν. Στο ιατρικό συνέδριο ανακοινώθηκαν οι τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις.

[λόγ. < αρχ. ἀνακοιν(ῶ) -ώνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανακοινώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15