ακουμπώ  Verb  [akubo, akoympw]

Ähnliche Bedeutung wie ακουμπώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu ακουμπώ

ακούμπωτος -η -ο


Beispielsätze ακουμπώ

... ενός λακτίσματος από το σημείο πέναλτι καθώς κινείται εμπρός και πριν ακουμπήσει κάποιον παίκτη ή το δοκάρι ή το τέρμα, το λάκτισμα επαναλαμβάνεται. Αν ...

... πουλί, με τα δυο του πόδια να ακουμπούν στα δυο δεξιά τεταρτημόρια του θυρεού των όπλων. Το πουλί και το ελάφι ακουμπούν σε δυο όρθια ζαχαροκάλαμα, με ...

... των σκελών προσαρμόζεται στην επιθυμητή ακτίνα σχεδίασης. Ο σχεδιαστής ακουμπάει την αιχμή του διαβήτη πάνω στην επιφάνεια στην οποία θέλει να χαράξει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schmiegen

... Feststellschraube – ähnlich wie bei einem Tafelzirkel – fixieren lässt. Schmiegen gibt es ganz aus Holz oder Metall sowie aus Kombination von beidem. Eine ...

... Wilhelm „Willy“ Schmieger (* 24. April 1887 in Wien; † 10. Oktober 1950 ebenda) war ein österreichischer Journalist, Fußballspieler und -funktionär. Sein ...

... großen Körperkontakt ausgeht, da der eine Partner sich an den anderen schmiegen kann. Beide Partner können sich zusätzlich an erogenen Zonen stimulieren ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΚΟΥΜΠΩ
I lean
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ακουμπάω, ακουμπώακουμπάμε, ακουμπούμε
ακουμπάςακουμπάτε
ακουμπάει, ακουμπάακουμπάν(ε), ακουμπούν(ε)
Imper
fekt
ακουμπούσα, ακούμπαγαακουμπούσαμε, ακουμπάγαμε
ακουμπούσες, ακούμπαγεςακουμπούσατε, ακουμπάγατε
ακουμπούσε, ακούμπαγεακουμπούσαν(ε), ακούμπαγαν, ακουμπάγανε
Aoristακούμπησαακουμπήσαμε
ακούμπησεςακουμπήσατε
ακούμπησεακούμπησαν, ακουμπήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ακουμπήσειέχουμε ακουμπήσει
έχεις ακουμπήσειέχετε ακουμπήσει
έχει ακουμπήσειέχουν ακουμπήσει
Plu
perf
ekt
είχα ακουμπήσειείχαμε ακουμπήσει
είχες ακουμπήσειείχατε ακουμπήσει
είχε ακουμπήσειείχαν ακουμπήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ακουμπάω, θα ακουμπώθα ακουμπάμε, θα ακουμπούμε
θα ακουμπάςθα ακουμπάτε
θα ακουμπάει, θα ακουμπάθα ακουμπάν(ε), θα ακουμπούν(ε)
Fut
ur
θα ακουμπήσωθα ακουμπήσουμε, θα ακουμπήσομε
θα ακουμπήσειςθα ακουμπήσετε
θα ακουμπήσειθα ακουμπήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ακουμπήσειθα έχουμε ακουμπήσει
θα έχεις ακουμπήσειθα έχετε ακουμπήσει
θα έχει ακουμπήσειθα έχουν ακουμπήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ακουμπάω, να ακουμπώνα ακουμπάμε, να ακουμπούμε
να ακουμπάςνα ακουμπάτε
να ακουμπάει, να ακουμπάνα ακουμπάν(ε), να ακουμπούν(ε)
Aoristνα ακουμπήσωνα ακουμπήσουμε, να ακουμπήσομε
να ακουμπήσειςνα ακουμπήσετε
να ακουμπήσεινα ακουμπήσουν(ε)
Perfνα έχω ακουμπήσεινα έχουμε ακουμπήσει
να έχεις ακουμπήσεινα έχετε ακουμπήσει
να έχει ακουμπήσεινα έχουν ακουμπήσει
Imper
ativ
Presακούμπα, ακούμπαγεακουμπάτε
Aoristακούμπησε, ακούμπαακουμπήστε
Part
izip
Presακουμπώντας
Perfακουμπισμένος, -η, -οακουμπισμένοι, -ες, -α
έχοντας ακουμπήσει
InfinAoristακουμπήσει










Griechische Definition zu ακουμπώ

ακουμπώ [akumbó] & -άω .1α μππ. (σπάν.) ακουμπημένος· (πρβ. ακουμπίζω) : I1.γέρνω κάπου και έτσι στηρίζομαι: ακουμπώ με την πλάτη στον τοίχο. Aκούμπησε πάνω του για να μην πέσει. Mια πέτρινη σκάλα ακουμπούσε στον εξωτερικό ανατολικό τοίχο. || Aκούμπησε στο παράθυρο και κοίταξε έξω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ακουμπώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15