αγγίζω  Verb  [angizo, anjizo, aggizw]


Beispielsätze αγγίζω

... ανθρώπους κατά την επαφή, αν και αφήνει σημάδι στα χέρια. Πολλές φορές αγγίζεται μόνο και μόνο για την απλή ευχαρίστηση που προκαλεί η παρατήρησή του όταν ...

... Με τον όρο απτήρες (εκ του άπτομαι = αγγίζω), εννοούμε συσκευές ή διατάξεις με τις οποίες ο Η/Υ επεμβαίνει και μεταβάλλει φυσικές ποσότητες του περιβάλλοντος ...

... πλοίου είναι η απόσταση της εμφόρτου ισάλου γραμμής (η γραμμή όπου το πλοίο αγγίζει το νερό) από τη βασική γραμμή. Λέγεται αλλιώς έμφορτο ή μέσο βύθισμα. Μαζί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze berühren

... Er ist so groß, dass er die Decke berühren kann. ...

... Das Wasser war dort so tief, dass ich den Boden nicht berühren konnte. ...

... Wir sehen mit den Augen, wir hören mit den Ohren, wir berühren mit der Haut, wir riechen mit der Nase und wir schmecken mit der Zunge. ...

Quelle: MUIRIEL, Kerstin, Nero

Grammatik



ΑΓΓΙΖΩ
I touch
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγγίζωαγγίζουμε, αγγίζομεαγγίζομαιαγγιζόμαστε
αγγίζειςαγγίζετεαγγίζεσαιαγγίζεστε, αγγιζόσαστε
αγγίζειαγγίζουν(ε)αγγίζεταιαγγίζονται
Imper
fekt
άγγιζααγγίζαμεαγγιζόμουν(α)αγγιζόμαστε, αγγιζόμασταν
άγγιζεςαγγίζατεαγγιζόσουν(α)αγγιζόσαστε, αγγιζόσασταν
άγγιζεάγγιζαν, αγγίζαν(ε)αγγιζόταν(ε)αγγίζονταν, αγγιζόντανε, αγγιζόντουσαν
Aoristάγγιξααγγίξαμεαγγίχτηκααγγιχτήκαμε
άγγιξεςαγγίξατεαγγίχτηκεςαγγιχτήκατε
άγγιξεάγγιξαν, αγγίξαν(ε)αγγίχτηκεαγγίχτηκαν, αγγιχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω αγγίξει
έχω αγγιγμένο
έχουμε αγγίξει
έχουμε αγγιγμένο
έχω αγγιχτεί
είμαι αγγιγμένος, -η
έχουμε αγγιχτεί
είμαστε αγγιγμένοι, -ες
έχεις αγγίξει
έχεις αγγιγμένο
έχετε αγγίξει
έχετε αγγιγμένο
έχεις αγγιχτεί
είσαι αγγιγμένος, -η
έχετε αγγιχτεί
είστε αγγιγμένοι, -ες
έχει αγγίξει
έχει αγγιγμένο
έχουν αγγίξει
έχουν αγγιγμένο
έχει αγγιχτεί
είναι αγγιγμένος, -η, -ο
έχουν αγγιχτεί
είναι αγγιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αγγίξει
είχα αγγιγμένο
είχαμε αγγίξει
είχαμε αγγιγμένο
είχα αγγιχτεί
ήμουν αγγιγμένος, -η
είχαμε αγγιχτεί
ήμαστε αγγιγμένοι, -ες
είχες αγγίξει
είχες αγγιγμένο
είχατε αγγίξει
είχατε αγγιγμένο
είχες αγγιχτεί
ήσουν αγγιγμένος, -η
είχατε αγγιχτεί
ήσαστε αγγιγμένοι, -ες
είχε αγγίξει
είχε αγγιγμένο
είχαν αγγίξει
είχαν αγγιγμένο
είχε αγγιχτεί
ήταν αγγιγμένος, -η, -ο
είχαν αγγιχτεί
ήταν αγγιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγγίζωθα αγγίζουμε, θα αγγίζομεθα αγγίζομαιθα αγγιζόμαστε
θα αγγίζειςθα αγγίζετεθα αγγίζεσαιθα αγγίζεστε, θα αγγιζόσαστε
θα αγγίζειθα αγγίζουν(ε)θα αγγίζεταιθα αγγίζονται
Fut
ur
θα αγγίξωθα αγγίξουμε, θα αγγίξομεθα αγγιχτώθα αγγιχτούμε
θα αγγίξειςθα αγγίξετεθα αγγιχτείςθα αγγιχτείτε
θα αγγίξειθα αγγίξουν(ε)θα αγγιχτείθα αγγιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγγίξει
θα έχω αγγιγμένο
θα έχουμε αγγίξει
θα έχουμε αγγιγμένο
θα έχω αγγιχτεί
θα είμαι αγγιγμένος, -η
θα έχουμε αγγιχτεί
θα είμαστε αγγιγμένοι, -ες
θα έχεις αγγίξει
θα έχεις αγγιγμένο
θα έχετε αγγίξει
θα έχετε αγγιγμένο
θα έχεις αγγιχτεί
θα είσαι αγγιγμένος, -η
θα έχετε αγγιχτεί
θα είστε αγγιγμένοι, -ες
θα έχει αγγίξει
θα έχει αγγιγμένο
θα έχουν αγγίξει
θα έχουν αγγιγμένο
θα έχει αγγιχτεί
θα είναι αγγιγμένος, -η, -ο
θα έχουν αγγιχτεί
θα είναι αγγιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγγίζωνα αγγίζουμε, να αγγίζομενα αγγίζομαινα αγγιζόμαστε
να αγγίζειςνα αγγίζετενα αγγίζεσαινα αγγίζεστε, να αγγιζόσαστε
να αγγίζεινα αγγίζουν(ε)να αγγίζεταινα αγγίζονται
Aoristνα αγγίξωνα αγγίξουμε, να αγγίξομενα αγγιχτώνα αγγιχτούμε
να αγγίξειςνα αγγίξετενα αγγιχτείςνα αγγιχτείτε
να αγγίξεινα αγγίξουν(ε)να αγγιχτείνα αγγιχτούν(ε)
Perf να έχω αγγίξει
να έχω αγγιγμένο
να έχουμε αγγίξει
να έχουμε αγγιγμένο
να έχω αγγιχτεί
να είμαι αγγιγμένος, -η
να έχουμε αγγιχτεί
να είμαστε αγγιγμένοι, -ες
να έχεις αγγίξει
να έχεις αγγιγμένο
να έχετε αγγίξει
να έχετε αγγιγμένο
να έχεις αγγιχτεί
να είσαι αγγιγμένος, -η
να έχετε αγγιχτεί
να είστε αγγιγμένοι, -ες
να έχει αγγίξει
να έχει αγγιγμένο
να έχουν αγγίξει
να έχουν αγγιγμένο
να έχει αγγιχτεί
να είναι αγγιγμένος, -η, -ο
να έχουν αγγιχτεί
να είναι αγγιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάγγιζεαγγίζετεαγγίζεστε
Aoristάγγιξεαγγίξτε, αγγίχτεαγγίξουαγγιχτείτε
Part
izip
Presαγγίζοντας
Perfέχοντας αγγίξει, έχοντας αγγιγμένοαγγιγμένος, -η, -οαγγιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristαγγίξειαγγιχτεί






Griechische Definition zu αγγίζω

αγγίζω [anízo] -ομαι : 1.ακουμπώ κτ. ή κπ. με το χέρι: Mην αγγίζετε τα αρχαία. Άγγιξε το χέρι του παιδιού. Ό,τι άγγιζε ο Mίδας γινόταν χρυσάφι. || (παθ.): H παρουσία της τον καθησυχάζει· και μόνο που αγγίζονται ηρεμεί, αρκεί η απλή επαφή. || για σεξουαλική σχέση: Mήνες τώρα αρραβωνιασμένοι και ούτε που την άγγιξε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αγγίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15