αγγίζω Verb  [angizo, anjizo, aggizw]

  Verb
(65)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu αγγίζω

αγγίζω εγγίζω εγγύς


GriechischDeutsch
Σε κάποιο σημείο θέλησα απλώς να μπω μέσα σε αυτό το σχήμα, τρόπος του λέγειν, αγόρασα αυτά τα κόκκινα και μπλε τρισδιάστατα γυαλιά, πλησίασα πολύ κοντά στην οθόνη αλλά και πάλι δεν ήταν το ίδιο με το να μπορώ να κάνω μια βόλτα και να αγγίζω πράγματα.Irgendwann wollte ich einfach in dieses Bild hineinspringen, sozusagen. Ich habe diese rot-grüne 3D-Brille gekauft, bin ganz nah an den Bildschirm ran, aber es war doch nicht dasselbe wie umhergehen und Dinge berühren können.

Übersetzung nicht bestätigt

Τους νιώθω, τους αγγίζω, τους βλέπω.Ich kann das fühlen, berühren, sehen.

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Grammatik zu αγγίζω


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αγγίζωαγγίζουμε, αγγίζομεαγγίζομαιαγγιζόμαστε
αγγίζειςαγγίζετεαγγίζεσαιαγγίζεστε, αγγιζόσαστε
αγγίζειαγγίζουν(ε)αγγίζεταιαγγίζονται
Imper
fekt
άγγιζααγγίζαμεαγγιζόμουν(α)αγγιζόμαστε, αγγιζόμασταν
άγγιζεςαγγίζατεαγγιζόσουν(α)αγγιζόσαστε, αγγιζόσασταν
άγγιζεάγγιζαν, αγγίζαν(ε)αγγιζόταν(ε)αγγίζονταν, αγγιζόντανε, αγγιζόντουσαν
Aoristάγγιξααγγίξαμεαγγίχτηκααγγιχτήκαμε
άγγιξεςαγγίξατεαγγίχτηκεςαγγιχτήκατε
άγγιξεάγγιξαν, αγγίξαν(ε)αγγίχτηκεαγγίχτηκαν, αγγιχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αγγίξει
έχω αγγιγμένο
έχουμε αγγίξει
έχουμε αγγιγμένο
έχω αγγιχτεί
είμαι αγγιγμένος, -η
έχουμε αγγιχτεί
είμαστε αγγιγμένοι, -ες
έχεις αγγίξει
έχεις αγγιγμένο
έχετε αγγίξει
έχετε αγγιγμένο
έχεις αγγιχτεί
είσαι αγγιγμένος, -η
έχετε αγγιχτεί
είστε αγγιγμένοι, -ες
έχει αγγίξει
έχει αγγιγμένο
έχουν αγγίξει
έχουν αγγιγμένο
έχει αγγιχτεί
είναι αγγιγμένος, -η, -ο
έχουν αγγιχτεί
είναι αγγιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αγγίξει
είχα αγγιγμένο
είχαμε αγγίξει
είχαμε αγγιγμένο
είχα αγγιχτεί
ήμουν αγγιγμένος, -η
είχαμε αγγιχτεί
ήμαστε αγγιγμένοι, -ες
είχες αγγίξει
είχες αγγιγμένο
είχατε αγγίξει
είχατε αγγιγμένο
είχες αγγιχτεί
ήσουν αγγιγμένος, -η
είχατε αγγιχτεί
ήσαστε αγγιγμένοι, -ες
είχε αγγίξει
είχε αγγιγμένο
είχαν αγγίξει
είχαν αγγιγμένο
είχε αγγιχτεί
ήταν αγγιγμένος, -η, -ο
είχαν αγγιχτεί
ήταν αγγιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αγγίζωθα αγγίζουμε, θα αγγίζομεθα αγγίζομαιθα αγγιζόμαστε
θα αγγίζειςθα αγγίζετεθα αγγίζεσαιθα αγγίζεστε, θα αγγιζόσαστε
θα αγγίζειθα αγγίζουν(ε)θα αγγίζεταιθα αγγίζονται
Fut
ur
θα αγγίξωθα αγγίξουμε, θα αγγίξομεθα αγγιχτώθα αγγιχτούμε
θα αγγίξειςθα αγγίξετεθα αγγιχτείςθα αγγιχτείτε
θα αγγίξειθα αγγίξουν(ε)θα αγγιχτείθα αγγιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αγγίξει
θα έχω αγγιγμένο
θα έχουμε αγγίξει
θα έχουμε αγγιγμένο
θα έχω αγγιχτεί
θα είμαι αγγιγμένος, -η
θα έχουμε αγγιχτεί
θα είμαστε αγγιγμένοι, -ες
θα έχεις αγγίξει
θα έχεις αγγιγμένο
θα έχετε αγγίξει
θα έχετε αγγιγμένο
θα έχεις αγγιχτεί
θα είσαι αγγιγμένος, -η
θα έχετε αγγιχτεί
θα είστε αγγιγμένοι, -ες
θα έχει αγγίξει
θα έχει αγγιγμένο
θα έχουν αγγίξει
θα έχουν αγγιγμένο
θα έχει αγγιχτεί
θα είναι αγγιγμένος, -η, -ο
θα έχουν αγγιχτεί
θα είναι αγγιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αγγίζωνα αγγίζουμε, να αγγίζομενα αγγίζομαινα αγγιζόμαστε
να αγγίζειςνα αγγίζετενα αγγίζεσαινα αγγίζεστε, να αγγιζόσαστε
να αγγίζεινα αγγίζουν(ε)να αγγίζεταινα αγγίζονται
Aoristνα αγγίξωνα αγγίξουμε, να αγγίξομενα αγγιχτώνα αγγιχτούμε
να αγγίξειςνα αγγίξετενα αγγιχτείςνα αγγιχτείτε
να αγγίξεινα αγγίξουν(ε)να αγγιχτείνα αγγιχτούν(ε)
Perf να έχω αγγίξει
να έχω αγγιγμένο
να έχουμε αγγίξει
να έχουμε αγγιγμένο
να έχω αγγιχτεί
να είμαι αγγιγμένος, -η
να έχουμε αγγιχτεί
να είμαστε αγγιγμένοι, -ες
να έχεις αγγίξει
να έχεις αγγιγμένο
να έχετε αγγίξει
να έχετε αγγιγμένο
να έχεις αγγιχτεί
να είσαι αγγιγμένος, -η
να έχετε αγγιχτεί
να είστε αγγιγμένοι, -ες
να έχει αγγίξει
να έχει αγγιγμένο
να έχουν αγγίξει
να έχουν αγγιγμένο
να έχει αγγιχτεί
να είναι αγγιγμένος, -η, -ο
να έχουν αγγιχτεί
να είναι αγγιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάγγιζεαγγίζετεαγγίζεστε
Aoristάγγιξεαγγίξτε, αγγίχτεαγγίξουαγγιχτείτε
Part
izip
Presαγγίζοντας
Perfέχοντας αγγίξει, έχοντας αγγιγμένοαγγιγμένος, -η, -οαγγιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristαγγίξειαγγιχτεί









Griechische Definition zu αγγίζω

αγγίζω [anízo] -ομαι : 1.ακουμπώ κτ. ή κπ. με το χέρι: Mην αγγίζετε τα αρχαία. Άγγιξε το χέρι του παιδιού. Ό,τι άγγιζε ο Mίδας γινόταν χρυσάφι. || (παθ.): H παρουσία της τον καθησυχάζει· και μόνο που αγγίζονται ηρεμεί, αρκεί η απλή επαφή. || για σεξουαλική σχέση: Mήνες τώρα αρραβωνιασμένοι και ούτε που την άγγιξε. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback