{η}  αναστολή Subst.  [anastoli, anastolh]

{die}    Subst.
(780)
{die}    Subst.
(514)
{die}    Subst.
(98)
{der}    Subst.
(51)
(0)

Etymologie zu αναστολή

αναστολή altgriechisch ἀναστολή ἀναστέλλω


GriechischDeutsch
Η EC50 εκτιμάται από τη γραμμή καμπής βρίσκοντας τη συγκέντρωση που είναι ισοδύναμη με αναστολή 50 % (ΙΑ = 50 %).Die EC50 wird aus der Regressionsgeraden durch Ablesen der Konzentration, die einer 50 %igen Hemmung entspricht (IA = 50 %), ermittelt.

Übersetzung bestätigt

Η χαμηλή ή μηδενική απομάκρυνση DOC μπορεί να οφείλεται σε αναστολή των μικροοργανισμών από την ελεγχόμενη ουσία, και αυτό μπορεί επίσης να φανεί με τη λύση και την απώλεια ιλύος, που οδηγεί σε θολά υπερκείμενα υγρά.Erfolgt keine oder nur eine geringe Abnahme des gelösten organischen Kohlenstoffs, kann dies möglicherweise auf einer Hemmung der Mikroorganismen durch den zu prüfenden Stoff beruhen. Diese kann sich auch durch Auflösung und Verlust des Schlammes sowie einer Trübung der überstehenden Kultursuspension zeigen.

Übersetzung bestätigt

×100= % τας εκατό αναστολή×100= Hemmung in Prozent

Übersetzung bestätigt

Η μικρή απομάκρυνση της ελεγχόμενης ουσίας από την υδατική φάση μπορεί να οφείλεται σε αναστολή των μικροοργανισμών από την ουσία.Ursache für eine geringe Abnahme der Prüfsubstanz in der wässrigen Phase kann eine Hemmung der Mikroorganismen durch die Prüfsubstanz sein.

Übersetzung bestätigt

Εάν πρέπει να αποφευχθεί η αναστολή εξαιτίας τοξικότητας, συνιστάται οι συγκεντρώσεις της εξεταζόμενης ουσίας, που χρησιμοποιούνται στις δοκιμές άμεσης βιοαποικοδομησιμότητας να είναι μικρότερες του 1/10 των τιμών EC50 (ή μικρότερες των τιμών EC20) που λαμβάνονται από τη δοκιμή τοξικότητας.Um eine toxizitätsbedingte Hemmung zu vermeiden, wird empfohlen, dass die bei den Tests auf leichte biologische Abbaubarkeit verwendeten Prüfsubstanzkonzentrationen unter 1/10 der EC50-Werte (oder unter den EC20-Werten) aus dem Toxizitätsversuch liegen.

Übersetzung bestätigt





Griechische Definition zu αναστολή

αναστολή η [anastolí] : 1.η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστέλλω, προσωρινή διακοπή: Διήμερη αναστολή της απεργίας λόγω εθνικής εορτής. αναστολή μιας βιολογικής / βιοχημικής / πνευματικής / ψυχικής λειτουργίας. || (νομ.) προσωρινή διακοπή που αφορά νόμιμη διαδικασία και γίνεται βάσει νόμων: αναστολή της ισχύος ενός νόμου / του συντάγματος. αναστολή μιας δικαστικής απόφασης / πράξης της διοικήσεως. αναστολή της ποινικής διώξεως κάποιου. Kαταδικάστηκε σε δέκα μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή. Δίνω αναστολή σε κπ. αναστολή πληρωμών από το κράτος / από μια τράπεζα. αναστολή κατατάξεως κάποιου στο στρατό, αναβολή. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback