Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



καλλιτεχνία

καλλιτεχνία Koine-Griechisch καλλιτεχνία


εκμηδενισμός

εκμηδενισμός (Wort verwendet ab 1871) εκμηδενίζω


δερβέναγας

δερβέναγας λόγια προφορά του ντερβέναγας ντερβένι (türkisch derbent + αγάς (türkisch ağa)


γαλούχηση

γαλούχηση mittelgriechisch γαλούχησις (θηλασμός)


αποπληθωρισμός

αποπληθωρισμός από + πληθωρισμός ((Lehnübersetzung) französisch déflation)


άμυαλα


αγιογδύτης

αγιογδύτης άγιος + γδύνω


ραδιοαστρονομία

ραδιοαστρονομία ράδιο + αστρονομία


παλουκοκαύτης

παλουκοκαύτης παλούκι + καυ- ( καίω, καύση) + -της


κόλακας

κόλακας altgriechisch κόλαξ


ζώμα

ζώμα altgriechisch ζῶμα ζώννυμι


άρπισμα

άρπισμα αρπίζω + -μα άρπα italienisch arpa proto-deutsch *arbiją ((Lehnübersetzung) italienisch arpeggio)


υψιπέτης

υψιπέτης altgriechisch ὑψιπέτης ὕψι + πέτομαι


παλικαράς

παλικαράς παλικάρι + -άς


μερισμός

μερισμός altgriechisch μερισμός


επωδή

επωδή altgriechisch ἐπῳδή


αμισθί

αμισθί ἀμισθί ἄμισθος + παραγωγικό πρόσφυμα -ι


χριστόψαρο

χριστόψαρο Etymologie fehlt


μορφασμός

μορφασμός Etymologie fehlt


μικροσυμπλοκή

μικροσυμπλοκή Etymologie fehlt


μαδώ

μαδώ Koine-Griechisch μαδάω, -ῶ (πέφτω (για μαλλιά), είμαι φαλακρός)


κολακεύω

κολακεύω altgriechisch κολακεύω κόλαξ


καλημερίζω

καλημερίζω καλημέρα + -ίζω


ζυγιάζω

ζυγιάζω Koine-Griechisch ζυγιάζω altgriechisch ζυγός indoeuropäisch (Wurzel) *yugóm (ζυγός) *yewg- (ενώνω, ζεύω)


αντανακλώ

αντανακλώ αντί και ανακλώ


καρδιοχειρουργική

καρδιοχειρουργική καρδιο- + χειρουργική


ιδρυματοποίηση

ιδρυματοποίηση ιδρυματοποιώ + -ση


διεγέρτης

διεγέρτης διεγείρω + -της altgriechisch διεγείρω διά + ἐγείρω proto-indogermanisch *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) ((Lehnübersetzung) französisch excitant)


αυτοβιογραφούμενος


ψιλοκόβω

ψιλοκόβω ψιλός + κόβω


υποστύλωση

υποστύλωση Koine-Griechisch ὑποστύλωσις ὑποστυλόομαι ὑπόστυλος altgriechisch στῦλος


μπράτιμος

μπράτιμος βουλγαρική побратим (pobratím: όμαιμος) брат (brat: αδερφός) πρωτοslawisch *bratrъ / *bratъ indoeuropäisch (Wurzel) *bʰréh₂tēr (αδερφός) (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)


καιροσκόπος

καιροσκόπος Koine-Griechisch καιροσκόπος altgriechisch καιρός + -σκόπος (σκοπέω)


αμφίβιος

αμφίβιος (λόγιο) altgriechisch ἀμφίβιος. Συγχρονικά αναλύεται σε αμφί- + βίος


τσαλαβούτας

τσαλαβούτας Etymologie fehlt


οργανώνω

οργανώνω όργανο + -ώνω ((Lehnübersetzung) französisch organiser)


εκσφενδονίζω

εκσφενδονίζω mittelgriechisch εκσφενδονίζω Koine-Griechisch ἐκσφενδονάω / ἐκσφενδονῶ ἐκ + altgriechisch σφενδονάω / σφενδονῶ σφενδόνη


δομώ

δομώ Koine-Griechisch δομάω / δομῶ ((Lehnbedeutung) französisch structurer)


αναμιγνύω


τοκογλύφος

τοκογλύφος altgriechisch τοκογλύφος


σχισμάδα

σχισμάδα σχισμή + -άδα


συμπεριφέρομαι

συμπεριφέρομαι altgriechisch


σαλεύω

σαλεύω altgriechisch σαλεύω


παχυδερμισμός

παχυδερμισμός Etymologie fehlt


καλογραία

καλογραία mittelgriechisch καλογραία altgriechisch καλός + γραῖα


ζωοποιώ

ζωοποιώ Koine-Griechisch ζωοποιέω


στρατηγία

στρατηγία Etymologie fehlt


μαυραγορίτης

μαυραγορίτης (μαύρη αγορά) μαυρ- + αγορ(ά) + -ίτης,


δικαιώνω

δικαιώνω altgriechisch δικαιόω / δικαιῶ


αμέριστα

αμέριστα αμέριστος + -α altgriechisch ἀμέριστος μέρος


χαλυβουργείο

χαλυβουργείο χάλυβας + -ουργείο ( έργο)


πετρίτης

πετρίτης Etymologie fehlt


άμαθος


αιμοδιψία

αιμοδιψία αιμοδιψής + -ία Koine-Griechisch αἱμόδιψος altgriechisch αἷμα + δίψα


καλάθα

καλάθα Etymologie fehlt


αφόρητος

αφόρητος altgriechisch ἀφόρητος


ωραιοπάθεια

ωραιοπάθεια ωραιοπαθής


ολισμός

ολισμός (entlehnt aus) deutsch Holismus altgriechisch ὅλος


ντερβίσης

ντερβίσης türkisch derviş (φτωχός, αφοσιωμένος στο θεό) persisch درویش (darvīsh ζητιάνος)[1]


μαλαπέρδα

μαλαπέρδα Etymologie fehlt


επιφαινόμενο

επιφαινόμενο Etymologie fehlt


δαμάλα

δαμάλα altgriechisch σπάνιο: η δαμάλη, σύνηθες: το δαμάλι, η δάμαλις δαμάζω


αλλότριος

αλλότριος altgriechisch ἀλλότριος ἄλλος


συμπολεμιστής

συμπολεμιστής Etymologie fehlt


μπιζάρισμα

μπιζάρισμα μπιζάρω französisch bis lateinisch bis


μαντρότοιχος

μαντρότοιχος μάντρα + τοίχος


βλαχοπούλα

βλαχοπούλα βλάχος + -πούλα ( βλέπε -πουλος)


ανασήκωμα

ανασήκωμα ανασηκώνω


σποράδην

σποράδην altgriechisch σποράδην σποράς


σκανδαλοθηρία

σκανδαλοθηρία σκανδαλοθήρας + -ία


παραξενιά

παραξενιά παράξενος


μουδιάζω

μουδιάζω mittelgriechisch μουδιῶ + -άζω altgriechisch αἱμωδιάω / αἱμωδιῶ αἱμωδία αἷμα[1] + ὀδούς/ὀδών


κορμοστασιά

κορμοστασιά κορμός + -ο- + στάση + -ιά


καρφώνω

καρφώνω Etymologie fehlt


αγαπητικιά

αγαπητικιά αγαπώ


αγαμία

αγαμία Koine-Griechisch ἀγαμία


πατούρα

πατούρα Etymologie fehlt


καθαρτικός

καθαρτικός altgriechisch καθαρτικός καθαίρω


επικατάρατος

επικατάρατος (λόγιο) Koine-Griechisch ἐπικατάρατος[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + κατάρατος


διάτανος

διάτανος συμφυρμός των λέξεων διά(βο)λος + (σα)ταν(άς) + -ος[1]


αίρομαι

αίρομαι Passiv von αίρω


ρυπαρότητα

ρυπαρότητα Etymologie fehlt


προσέρχομαι

προσέρχομαι altgriechisch προσέρχομαι πρός + ἔρχομαι


πικρίλα

πικρίλα Etymologie fehlt


πανσπερμία

πανσπερμία französisch panspermie + -α altgriechisch πανσπερμία (αντιδάνειο) παν- + σπέρμα σπείρω indoeuropäisch (Wurzel) *sper-


απαθανατίζω

απαθανατίζω altgriechisch ἀπαθανατίζω ἀπό + ἀθάνατος + -ίζω


αμαυρώνω

αμαυρώνω Etymologie fehlt


μπαρμπέρικο

μπαρμπέρικο μπαρμπέρης


κεφτές

κεφτές türkisch köfte persisch کوفته (kūfta)


κάμινος

κάμινος altgriechisch κάμινος


ζηλώ

ζηλώ altgriechisch ζηλόω / ζηλῶ ζῆλος proto-indogermanisch *yeh₂-


δωδεκαετής

δωδεκαετής altgriechisch δωδεκαετής δώδεκα + -ετής


καλογερικός

καλογερικός καλόγερος + -ικός


αυτοκέφαλο

αυτοκέφαλο substantiviertes Neutrum des Adjektivs: αυτοκέφαλος


αυνανίζομαι

αυνανίζομαι αυνανισμός von όνομα του βιβλικού Αὐνάν


απαγορεύω

απαγορεύω altgriechisch ἀπαγορεύω


αδήριτα


οβίδα

οβίδα Katharevousa οβίς französisch obus deutsch Haubitze τσεχική houfnice houf proto-deutsch *haupaz *hauppaz indoeuropäisch (Wurzel) *kouHp-nó-


κλαδευτήρα

κλαδευτήρα Etymologie fehlt


δημοτικιστής

δημοτικιστής Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback