Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



ξαναπαίρνω

ξαναπαίρνω ξανά + παίρνω


ξανανιώνω

ξανανιώνω ξανά + νιώνω


ξαναμπαίνω

ξαναμπαίνω ξανά και μπαίνω


ξαναμοιράζω

ξαναμοιράζω ξανά + μοιράζω


ξάναμμα

ξάναμμα mittelgriechisch ξανάβω ἐξανάπτω (αναρτώ και ξανανάβω)


ξαναμιλώ

ξαναμιλώ ξανά + μιλώ


ξανακυκλοφορώ

ξανακυκλοφορώ ξανά + κυκλοφορώ


ξανακτίζω

ξανακτίζω Etymologie fehlt


ξανακούω

ξανακούω ξανά + ακούω


ξανακοιμάμαι

ξανακοιμάμαι ξανά + κοιμάμαι


ξανακερδίζω

ξανακερδίζω ξανά + κερδίζω


ξανακάνω

ξανακάνω ξανά (ἐξ + ἀνά) + κάνω


ξανακαλώ

ξανακαλώ ξανά + καλώ


ξαναζεσταίνω

ξαναζεσταίνω ξανά + ζεσταίνω


ξαναέρχομαι

ξαναέρχομαι ξανά + έρχομαι (βλ. και ξανάρχομαι)


ξαναδίνω

ξαναδίνω ξανά + δίνω


ξαναδείχνω

ξαναδείχνω ξανά + δείχνω


ξαναγυρίζω

ξαναγυρίζω ξανά + γυρίζω


ξαναγράφω

ξαναγράφω ξανά + γράφω


ξαναβλέπω

ξαναβλέπω ξανά + βλέπω


ξαναβάζω

ξαναβάζω ξανά + βάζω


ξανά

ξανά ἐξανά- ( ἐξ + ἀνά) στην αρχή ρημάτων της αρχαίας ελληνικής όπως π.χ. το ἐξαναπληρόω-ῶ (αναπληρώνω εντελώς) και ἐξανευρίσκω (σκαρφίζομαι) που δήλωναν επανάληψη της διάθεσης του ρήματος. Με έκπτωση του αρχικού ε και αποχωρισμό του ξανα διαμορφώθηκε αυτοτελής πρόθεση που λόγω της χαλαρής σύνδεσής της με το ρήμα (βρίσκω ξανά, ξαναβρίσκω) κατέληξε επίρρημα


ξαλαφρώνω

ξαλαφρώνω ξε- + ελαφρύς/αλαφρύς + -ώνω


ξαλάφρωμα

ξαλάφρωμα ξαλαφρώνω


ξάκρισμα

ξάκρισμα ξακρίζω


ξακρίζω

ξακρίζω ξε + άκρη + -ίζω


ξακουσμένος

ξακουσμένος mittelgriechisch ξακουσμένος ἐξακουσμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου des altgriechischen ἐξακούω "ακούω απο μακριά"[1]


ξάδερφος

ξάδερφος εξάδελφος


ξαδέρφι

ξαδέρφι εξάδελφος


ξαγρυπνώ

ξαγρυπνώ mittelgriechisch ξαγρυπνῶ ἐξ και altgriechisch ἀγρυπνέω-ἀγρυπνῶ ή αντίστροφα von ξάγρυπνος και "ξαγρυπνός" ξε και ἄγρυπνος


ξάγρυπνος

ξάγρυπνος (ξε-) ξ- + άγρυπνος, mittelgriechisch ξαγρυπνός


ξαγρύπνια

ξαγρύπνια ξαγρυπν(ώ} + -ια (αναδρομικός σχηματισμός)[1]


ξαγρύπνημα

ξαγρύπνημα ξαγρυπνώ


ξαγορεύω

ξαγορεύω mittelgriechisch ἐξαγορεύω (εξομολογώ-εξομολογούμαι)


ξαγορευτής

ξαγορευτής ξαγορεύω


ξαγοράρης

ξαγοράρης mittelgriechisch και ἐξαγοράρης ξαγορευτής και ἐξηγορευτής mittelgriechisch ξαγορεύω και ἐξαγορεύω (εξομολογώ)


νωχέλεια

νωχέλεια Koine-Griechisch altgriechisch νωχελία


νώτα

νώτα altgriechisch νῶτα


νωρίς

νωρίς mittelgriechisch νωρίς Koine-Griechisch ἐνώρως altgriechisch ἐν ὥρᾳ


νωπός

νωπός mittelgriechisch νεο- ( νέος) + -ωπός ( ὤψ, Genitiv: ὠπός)


νωπογραφία

νωπογραφία νωπός + -ο- + γράφω + -ία ((Lehnübersetzung) (ιταλικά) affresco a fresco)


νωπά


νώμος

νώμος Etymologie fehlt


νωμίτης

νωμίτης Etymologie fehlt


νωματάρχης

νωματάρχης altgriechisch ἐνωμοτάρχης ἐνωμοτία ( ἐνώμοτος ὄμνυμι) + -άρχης ( ἄρχω)


νωθρότητα

νωθρότητα altgriechisch νωθρότης νωθρός


νωθρός

νωθρός altgriechisch νωθής


νυχτώνω

νυχτώνω νύχτα + -ώνω


νύχτωμα

νύχτωμα νυχτώνω + -μα


νυχτοφύλακας

νυχτοφύλακας altgriechisch νυκτοφύλαξ νύξ + -ο- + φύλαξ


νυχτοπούλι

νυχτοπούλι νύχτα + -ο- + πουλί


νυχτοπερπατώ

νυχτοπερπατώ Etymologie fehlt


νυχτοπερπάτημα

νυχτοπερπάτημα Etymologie fehlt


νυχτολούλουδο

νυχτολούλουδο νύχτα + λουλούδι


νυχτοήμερα

νυχτοήμερα Etymologie fehlt


νυχτικό

νυχτικό νύχτα


νυχτικιά

νυχτικιά Etymologie fehlt


νυχτιά

νυχτιά mittelgriechisch νυχτιά νύχτα + -ιά νύκτα altgriechisch νύξ indoeuropäisch (Wurzel) *nókʷts


νυχτερίδα

νυχτερίδα altgriechisch νυκτερίς επίθετο νύκτερος


νυχτέρι

νυχτέρι Etymologie fehlt


νυχτερεύω

νυχτερεύω Etymologie fehlt


νύχτα

νύχτα altgriechisch νύξ


νυχιάζω

νυχιάζω Etymologie fehlt


νυχιά

νυχιά Etymologie fehlt


νύχι

νύχι mittelgriechisch νύχι(ν) altgriechisch ὀνύχιον, υποκοριστικό του ὄνυξ


νυχθημερόν

νυχθημερόν spätgriechisch νυχθήμερος


νυφοστολίζω

νυφοστολίζω Etymologie fehlt


νυφοπάζαρο

νυφοπάζαρο νύφ(η) + -ο- + παζάρ(ι) + -ο


νυφίτσα

νυφίτσα spätgriechisch νυμφίτσα, υποκοριστικό του νύμφη


νυφικός


νύφη

νύφη altgriechisch νύμφη


νυστεριά

νυστεριά Etymologie fehlt


νυστέρι

νυστέρι altgriechisch νυστήριον νύσσω


νυστάζω

νυστάζω altgriechisch νυστάζω


νυσταγμός

νυσταγμός altgriechisch νυσταγμός


νύστα

νύστα νυστάζω + -α (αναδρομικός σχηματισμός)


νύξη

νύξη Koine-Griechisch νύξις altgriechisch νύσσω (κεντώ, τσιμπώ)


νυμφώνας

νυμφώνας altgriechisch νυμφών


νυμφοστολίζω


νυμφομανία

νυμφομανία (entlehnt aus) französisch nymphomanie νύμφη + -μανία


νυμφίος

νυμφίος altgriechisch νυμφίος


νυμφικός


νυμφίδιο

νυμφίδιο νύμφη + υποκοριστικό επίθημα -ίδιο. Διαφορετική η έννοια des altgriechischen επιθέτου νυμφίδιος ("γαμήλιος"). Με επίδραση της französisch λέξης nymphette.[1][2][3]


νύμφη

νύμφη (λόγιο) altgriechisch νύμφη[1]


νυμφεύω

νυμφεύω Etymologie fehlt


νυμφαίο

νυμφαίο (λόγιο) Koine-Griechisch νυμφαῖον (εννοείται: ἱερόν) altgriechisch νυμφαῖος (που είναι αφιερωμένος στις Νύμφες)


νυμφαία

νυμφαία Etymologie fehlt


νυκτωδία

νυκτωδία νυξ + ωδή


νυκτερινός

νυκτερινός altgriechisch νυκτερινός


νυκτερεύω

νυκτερεύω altgriechisch νυκτερεύω νύκτερος νύξ


νυκταλωπία

νυκταλωπία altgriechisch νυκταλωπία νυκτάλωψ


νυγμός

νυγμός νύσσω (κεντώ, τσιμπώ)


ντύσιμο

ντύσιμο ντύνω (έντυσα) + -ιμο


ντύνω

ντύνω ενδύω (Katharevousa) ένδυ(ση) + ω


ντρόπιασμα

ντρόπιασμα Etymologie fehlt


ντροπιάζω

ντροπιάζω mittelgriechisch ντροπιάζω ἐντροπή


ντροπή

ντροπή ντρέπομαι Koine-Griechisch ἐντρέπομαι ἐν+τρέπω


ντροπαλότητα

ντροπαλότητα Etymologie fehlt


ντροπαλός

ντροπαλός mittelgriechisch ἐντροπαλός altgriechisch ἐντροπή


ντριν

ντριν, Onomatopoetikum



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback