Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



φαγάνα

φαγάνα πιθανόν von επίθετο φαγανός ή von αρχαία ελλ. λέξη φαγόνες (σαγόνια)


φαγάς

φαγάς altgriechisch φαγᾶς


φαγγρί

φαγγρί altgriechisch φάγρος


φαγέδαινα

φαγέδαινα altgriechisch φαγέδαινα πιθανόν από τη λέξη φαγεδών που τεκμαίρεται ότι υπήρξε κάποτε στο λόγο


φαγητό

φαγητό mittelgriechisch φαγητόν altgriechisch ἔφαγον, αόριστος του ρήματος ἐσθίω


φαγιάνς


φαγκότο

φαγκότο italienisch fagotto (δεμάτι φαγκότο)


φαγοκύτταρο

φαγοκύτταρο φαγ- (ἔφαγον) + κύτταρο (entlehnt aus) englisch phagocyte ἔφαγον + κύτος


φαγοπότι

φαγοπότι φαγοποτόν φα(γ)ί + ποτό


φαγούρα

φαγούρα von φαγ- (von αόριστο του τρώγω) και το επίθημα -ούρα


φαγουρίζω

ΔΦΑ : /fa.ɣu.ˈɾi.zɔ/


φαγωμός

φαγωμός φαγώνομαι


φαγώνομαι

φαγώνομαι ἔφαγον, αόριστος του ἐσθίω και στα νέα ελληνικά του τρώω


φαΐ

φαΐ mittelgriechisch φαγί το φαγεῖν altgriechisch φαγεῖν, απαρέμφατο του ἔφαγον


φαιδρότητα

φαιδρότητα altgriechisch φαιδρότης φαιδρός


φαιδρύνω

φαιδρύνω altgriechisch φαιδρύνω φαιδρός


φαιλόνιο

φαιλόνιο von φαιλόνιον, υποκοριστικό φαιλόνα lateinisch paenula, είδος μανδύα των Ρωμαίων που τους προφύλασσε von κρύο


φαινόλη

φαινόλη απόδοση του χημικού όρου phenol


φαίνομαι

φαίνομαι altgriechisch φαίνομαι, μέση-Passiv von φαίνω


φαινομενικότητα

φαινομενικότητα φαινομενικός φαίνομαι


φαινόμενο

φαινόμενο von ουδέτερο της μετοχής φαινόμενος του ρήματος φαίνομαι


φαινότυπος

φαινότυπος (entlehnt aus) απόδοση για τη deutsch Ρhänotypus altgriechisch φαίνω + τύπος


φάκα

φάκα türkisch fak arabisch فخ (fak)


φακελάκι

φακελάκι φάκελ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι


φάκελος

φάκελος altgriechisch φάκελος αβέβαιης ετυμολογίας, συγγενές του σφάκελος που σήμαινε δεμάτι


φακέλωμα

φακέλωμα φακελώνω


φακελώνω

φακελώνω φάκελος + -ώνω


φακή

φακή altgriechisch φακῆ


φακίδα

φακίδα altgriechisch φακός ή φακῆ + -ίδα


φακλάνα

φακλάνα άγνωστης ετυμολογίας[1]


φακός

φακός altgriechisch φακός αλλά όχι άμεση καταγωγή, απέδωσαν ως φακή οι Γάλλοι το Augmentativ φακό λόγω του σχήματός του όταν πρωτοκατσκευάστηκε (lentille) και οι λόγιοι απενέφεραν τη λέξη φακός εννοώντας το σχήμα της φακής


φάλαγγα

φάλαγγα altgriechisch φάλαγξ


φαλαγγίτης

φαλαγγίτης spätgriechisch φαλαγγίτης φάλαγξ + -ίτης


φάλαινα

ΔΦΑ : /ˈfa.lɛ.na/


φαλαινοθήρας

φαλαινοθήρας φάλαινα + -θήρας ( θήρα)


φαλαινοθηρία

φαλαινοθηρία φαλαινοθήρας + -ία


φαλαινοκαρχαρίας

φαλαινοκαρχαρίας φάλαινα και καρχαρίας (Lehnübersetzung) englisch whale shark


φαλάκρα

φαλάκρα φαλακρός


φαλάκρας

φαλάκρας φαλακρός


φαλακροκόρακας

φαλακροκόρακας (entlehnt aus) neulateinisch phalacrocorax altgriechisch φαλακρός + κόραξ


φαλιρίζω

φαλιρίζω φαλίρω italienisch fallire («χάνω, χρεοκοπώ»)


φαλκιδεύω

φαλκιδεύω Koine-Griechisch φαλκίδιον, von ρωμαϊκό Φαλκίδειο νόμο (lex Falcidia), που θεσπίστηκε von Ρωμαίο δήμαρχο Falcidius κατά το έτος 714 από κτίσεως Ρώμης (40 π.Χ). Ο νόμος προέβλεπε πως κάποιος μπορούσε να διαθέσει τα τρία τέταρτα της περιουσίας του όπως επιθυμούσε αλλά το ένα τέταρτο θα έπρεπε να το δώσει στους κληρονόμους του.


φαλλοκράτης

φαλλοκράτης (entlehnt aus) englisch phallocrat altgriechisch φαλλός + -κράτης (κρατέω / κρατῶ)


φαλλοκρατία

φαλλοκρατία φαλλοκράτης + -ία


φαλλός

φαλλός από proto-indogermanisch ρίζα που σήμαινε εξόγκωμα, κοινή στο "φαλή", φάλλαινα, φλέψ και το φρυγικό "βαλλίον" (πέος) όχι όμως και στο βάλανος


φαλτσάρισμα

φαλτσάρισμα φαλτσάρω + -μα φάλτσο italienisch falso lateinisch falsus fallo proto-indogermanisch *(s)gʷʰh₂el- (σκοντάφτω)


φαλτσάρω

φαλτσάρω φάλτσο + -άρω italienisch falso lateinisch falsus fallo proto-indogermanisch *(s)gʷʰh₂el- (σκοντάφτω)


φάλτσο

φάλτσο italienisch falso lateinisch falsus fallo proto-indogermanisch *(s)gʷʰh₂el- (σκοντάφτω)


φαμελιάρης

φαμελιάρης φαμελιά + -ιάρης


φάμπρικα

φάμπρικα italienisch fabbrica lateinisch fabrica faber proto-italienisch *fabros indoeuropäisch (Wurzel) *dʰabʰ-


φανάρι

φανάρι mittelgriechisch φανάριον υποκοριστικό altgriechisch φανός


φαναρτζής

φαναρτζής φανάρι + -τζής


φαναρτζίδικο

φαναρτζίδικο φαναρτζής + -ίδικο


φανατίζω

φανατίζω französisch fanatiser lateinisch fanaticus fanum proto-italienisch *fasno- indoeuropäisch (Wurzel) *dʰh₁s-no-


φανατισμός

φανατισμός französisch fanatisme fanatique lateinisch fanaticus fanum proto-italienisch *fasno- indoeuropäisch (Wurzel) *dʰh₁s-no-


φανέλα

φανέλα venezianisch fanela italienisch flanella (με ανομοίωση του πρώτου [l]) französisch flanelle englisch flannel[1] προέλευσης von proto-indogermanisch


φανέρωμα

φανέρωμα φανερώνω


φανερώνω

φανερώνω Koine-Griechisch φανερόω, -ῶ φανερός


φανέρωση

φανέρωση Koine-Griechisch φανέρωσις


φανοποιείο

φανοποιείο φανοποιός + -είο


φανοποιός

φανοποιός φανός + -ποιός


φανός

φανός altgriechisch φανός φαίνω


φαντάζομαι

φαντάζομαι altgriechisch φαντάζομαι φαίνω


φαντάζω

φαντάζω altgriechisch φαντάζω (φανερώνω)


φαντάρος

φαντάρος φάντης + -άρος italienisch fante / infante lateinisch infans in- + fans, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος for proto-italienisch *fāōr proto-indogermanisch *bʰeh₂- (μιλώ)


φαντασία

φαντασία


φαντασιοκοπώ

φαντασιοκοπώ φαντασιοκόπος


φαντασιοπληξία

φαντασιοπληξία φαντασιόπληκτος + -σία


φαντασίωση

φαντασίωση Katharevousa και mittelgriechisch φαντασίωσις Koine-Griechisch φαντασιόω-φαντασιῶ[1][2]


φάντασμα

φάντασμα (λόγιο) altgriechisch φάντασμα από τη ρίζα του φαίνω


φαντασμαγορία

φαντασμαγορία (entlehnt aus) französisch fantasmagorie altgriechisch φάντασμα ( φαντάζω φαίνω) + allégorie ( altgriechisch ἀλληγορία)


φαντεζί

φαντεζί französisch fantaisie altgriechisch φαντάζω (αντιδάνειο)


φαντεζίστας

φαντεζίστας französisch fantaisiste fantaisie altgriechisch φαντασία (αντιδάνειο)


φάντης

φάντης italienisch fante spanisch infante lateinisch infans


φαντομάς

φαντομάς französisch Fantômas, φανταστικός ήρωας γαλλικών αστυνομικών μυθιστορημάτων και ταινιών


φανφάρα

φανφάρα italienisch fanfara (σάλπισμα)


φανφαρόνος

φανφαρόνος italienisch fanfarone spanisch, fanfarrón


φαξ

φαξ englisch fax


φάουλ

φάουλ englisch foul


φάπα

Ονοματοποιία λόγω του ήχου (φαπ) που προκαλεί.


φάρα

φάρα albanisch fara (σπόρος, γένος)


φαράγγι

φαράγγι mittelgriechisch φαράγγιν *φαράγγιον altgriechisch φάραγξ


φαράσι

φαράσι türkisch faraş


φαρδαίνω

φαρδαίνω φαρδύς


φάρδος

φάρδος φαρδύς


φαρέτρα

φαρέτρα altgriechisch φαρέτρα


φαρί

φαρί mittelgriechisch φαρίν arabisch فرس (faras, άλογο) ρίζα ف ر س (f-r-s) (σπάζω, συντρίβω)


φάρμα

φάρμα englisch farm


φαρμακαποθήκη

φαρμακαποθήκη φάρμακο + αποθήκη


φαρμακεία

φαρμακεία Etymologie fehlt


φαρμακείο

φαρμακείο (entlehnt aus) französisch pharmacie spätlateinisch pharmacia Koine-Griechisch φαρμακία altgriechisch φαρμακεία φάρμακον proto-griechisch *pʰármakon


φαρμακευτική

φαρμακευτική Femininum von επιθέτου φαρμακευτικός φαρμακεύω


φαρμάκι

φαρμάκι mittelgriechisch φαρμάκιν φαρμάκιον υποκοριστικό της αρχαίας λεξης φάρμακον


φαρμακίλα

φαρμακίλα φάρμακο


φάρμακο

φάρμακο altgriechisch φάρμακον


φαρμακοβιομηχανία

φαρμακοβιομηχανία φαρμακο- + βιομηχανία


φαρμακόγλωσσα

φαρμακόγλωσσα φαρμάκι + -ο- + γλώσσα


φαρμακογνωσία

φαρμακογνωσία (entlehnt aus) englisch pharmacognosy pharmaco- + -gnosy φάρμακον + γνῶσις


φαρμακολογία

φαρμακολογία (entlehnt aus) französisch pharmacologie pharmaco- + -logie altgriechisch φάρμακον + -λογία


φαρμακοποιία

φαρμακοποιία φάρμακο + -ποιία



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback