Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



πόκερ

πόκερ englisch poker


πολέμαρχος

πολέμαρχος altgriechisch πολέμαρχος


πολεμιστής

πολεμιστής Etymologie fehlt


πολεμίστρα

πολεμίστρα mittelgriechisch πολεμίστρα πολεμώ + -τρα


πόλεμος

πόλεμος altgriechisch πόλεμος και πτόλεμος ιαπετ. ρίζα πελ- και πολ- συγγενές με το παλέω και πάλλω


πολεμοφόδια

πολεμοφόδια πόλεμος + εφόδια


πολεμώ

πολεμώ altgriechisch πολεμέω


πολεοδομία

πολεοδομία Etymologie fehlt


πολικότητα

πολικότητα Etymologie fehlt


πολιομυελίτιδα

πολιομυελίτιδα (entlehnt aus) französisch poliomyelite altgriechisch πολιός + μυελός


πολιορκία

πολιορκία altgriechisch πολιορκία


πολιούχος

πολιούχος altgriechisch πολιοῦχος πόλις + ἔχω


πολιτειολόγος

πολιτειολόγος Etymologie fehlt


πολίτευμα

πολίτευμα αρχ. πολίτευμα πολιτεύω


πολιτεύομαι

πολιτεύομαι Etymologie fehlt


πολιτική


πολιτικοποίηση

πολιτικοποίηση πολιτικοποι(ώ) + -ση. Ή[1] πολιτικ(ή) + -ο- + -ποίηση


πολιτικός

πολιτικός altgriechisch πολιτικός πόλις


πολιτισμός

πολιτισμός Koine-Griechisch πολιτισμός altgriechisch πολίτης + -ισμός ((Lehnbedeutung) französisch civilisation)


πολιτογράφηση

πολιτογράφηση πολιτογραφώ


πολιτοφύλακας

πολιτοφύλακας πολιτοφυλακή + φύλακας


πολιτοφυλακή

πολιτοφυλακή πολίτης + -ο- + φυλακή ((Lehnübersetzung) italienisch guardia civica[1] [2]


πολίχνη

πολίχνη altgriechisch πολίχνη


πόλκα

πόλκα Etymologie fehlt


πολλά

πολλά Etymologie fehlt


πολλαπλασιάζω

πολλαπλασιάζω altgriechisch πολλαπλασιάζω πολλαπλάσιος


πολλαπλασιασμός

πολλαπλασιασμός spätgriechisch πολλαπλασιασμός πολλαπλασιάζω


πολλαπλασιαστής

πολλαπλασιαστής (Lehnübersetzung) französisch multiplicateur ρήμα multiplier πολλαπλασιάζω


πολλαπλότητα

πολλαπλότητα πολλαπλούς


πόλο

πόλο englisch polo


πόλος

πόλος altgriechisch πόλος πέλω indoeuropäisch (Wurzel) *kʷel- (κινώ, γυρίζω)


πολτοποιώ

πολτοποιώ Etymologie fehlt


πολτός

πολτός altgriechisch πολτός


πολύ

πολύ επίθετο πολύς


πολυαγαπώ

πολυαγαπώ πολύ + αγαπώ


πολυαιθυλένιο

πολυαιθυλένιο Etymologie fehlt


πολυαμίδιο

πολυαμίδιο Etymologie fehlt


πολυανδρία

πολυανδρία Koine-Griechisch πολυανδρία πολύς + άνδρας


πολυανθρωπία

πολυανθρωπία Etymologie fehlt


πολυαρθρίτιδα

πολυαρθρίτιδα πολυ- + αρθρίτιδα (ἄρθρον + -ίτις / -ίτιδα στη δημοτική)


πολυβιταμίνες


πολυβολαρχία

πολυβολαρχία Etymologie fehlt


πολυβολητής

πολυβολητής Etymologie fehlt


πολυβολισμός

πολυβολισμός Etymologie fehlt


πολυβόλο

πολυβόλο Koine-Griechisch, substantiviertes Neutrum des Adjektivs: πολυβόλος


πολυβολώ

πολυβολώ Etymologie fehlt


πολυγαμία

πολυγαμία πολύς + γάμος


πολυγλωσσία

πολυγλωσσία πολύς + -γλωσσία


πολυγράφηση

πολυγράφηση πολυγραφώ


πολύγραφος

πολύγραφος (entlehnt aus) (λόγιο δάνειο) deutsch Polygraph. Αναλύεται σε πολυ- + -γράφος


πολύγωνο

πολύγωνο Maskulinum von επίθ. πολύγωνος ως ουσ.


πολυδακτυλία

πολυδακτυλία (entlehnt aus) französisch polydactylie


πολυεδρικός

πολυεδρικός Etymologie fehlt


πολυεκατομμυριούχος

πολυεκατομμυριούχος πολυ- + εκατομμυριούχος


πολυέλαιος

πολυέλαιος πολύς + ἔλαιον


πολυεστέρας

πολυεστέρας Etymologie fehlt


πολύζυγο

πολύζυγο πολυ- + ζυγός + -ο


πολυθεϊστής

πολυθεϊστής Etymologie fehlt


πολυθρόνα

πολυθρόνα italienisch poltrona, Femininum von poltrone poltro das Wort συνδέθηκε παρετυμολογικά με τις λέξεις πολύς και θρόνος, κάτι που ερμηνεύει την καθιερωμένη γραφή της


πολυκαιρία

πολυκαιρία Etymologie fehlt


πολυκαιρίζω

πολυκαιρίζω Etymologie fehlt


πολυκάντηλο

πολυκάντηλο Etymologie fehlt


πολυκατάστημα

πολυκατάστημα Etymologie fehlt


πολυκατοικία

πολυκατοικία πολυ- + κατοικία (νεολογισμός που εισήχθη στην ελληνική γλώσσα στις αρχές του 20ού αι.)


πολυκλινική

πολυκλινική englisch polyclinic


πολυλογάς

πολυλογάς πολυ- + λόγ(ος) + -άς


πολυλογία

πολυλογία altgriechisch πολυλογία


πολυλογώ

πολυλογώ Etymologie fehlt


πολυμερισμός

πολυμερισμός Etymologie fehlt


πολυμέσα


πολυμιλώ

πολυμιλώ Etymologie fehlt


πολυμορφία

πολυμορφία Etymologie fehlt


πολυμορφισμός

πολυμορφισμός πολύ +θέμ- μορφή και κατάληξη -ισμός


πολυνομία

πολυνομία πολυ- + -νομία


πολυουρεθάνη

πολυουρεθάνη Etymologie fehlt


πολυπλοκότητα

πολυπλοκότητα πολύπλοκ(ος) + (-ότης) -ότητα


πολύποδας

ΔΦΑ : /pɔ.ˈli.pɔ.ðas/


πολυπραγμονώ

πολυπραγμονώ (λόγιο) altgriechisch πολυπραγμονώ, συνηρημένος τύπος του πολυπραγμονέω. Πρόθημα πολυ-


πολυπραγμοσύνη

πολυπραγμοσύνη altgriechisch πολυπραγμοσύνη


πολύσπαστο

πολύσπαστο altgriechisch πολύσπαστον


πολυσταυρία

πολυσταυρία Etymologie fehlt


πολυτέλεια

πολυτέλεια altgriechisch πολυτέλεια πολυτελής πολύς + τέλος


πολυτεχνείο

πολυτεχνείο πολυτεχνική σχολή + -είο ((Lehnübersetzung) französisch École polytechnique)


πολυτεχνίτης

πολυτεχνίτης πολυ- + τέχν(η} + -ίτης[1]


πολυτοκία

πολυτοκία Etymologie fehlt


πολυτραυματίας

πολυτραυματίας ελληνογενής ξένος όρος französisch polytraumatisé πολύ + τραυματίας


πολυτυπία

πολυτυπία Etymologie fehlt


πολυφαγία

πολυφαγία μονο- + -ο- + -φαγία


πολυφωνία

πολυφωνία (entlehnt aus) (λόγιο δάνειο) französisch polyphonie Koine-Griechisch πολυφωνία (ποικιλία μουσικών τόνων)[1] Αναλύεται σε πολυ- + -φωνία


πολυχρόνιο

πολυχρόνιο mittelgriechisch πολυχρόνιον (από τη φράση στην αρχή του σχετικού ύμνου: «πολυχρόνιον ποιῆσαι...») altgriechisch πολυχρόνιος πολύς + χρόνος


πολυχρωμία

πολυχρωμία Etymologie fehlt


πολυωνυμία

πολυωνυμία Etymologie fehlt


πολυώνυμο

πολυώνυμο Etymologie fehlt


πολφίτιδα

πολφίτιδα Katharevousa πολφίτις πολφός + -ίτις ((Lehnübersetzung) französisch pulpite)


πολφός

πολφός altgriechisch πολφός (Lehnübersetzung) französisch pulpe)


πολωνέζα

πολωνέζα französisch polonaise


πολώνιο

πολώνιο neulateinisch polonium lateinisch Polonia πολωνική Polska (Πολωνία), χώρα απ' όπου κατάγεται η Μαρία Κιουρί


πολώνω

πολώνω πόλος + -ώνω, (Lehnübersetzung) französisch polariser


πόλωση

πόλωση Katharevousa πόλωσις πολώνω + -σις πόλος altgriechisch πόλος πέλω indoeuropäisch (Wurzel) *kʷel- (κινώ, [γυρίζω]]) ((Lehnübersetzung) französisch polarisation)


πολωτής

πολωτής Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback