φτιάχνω  Verb  [ftiachno, ftiaxnw]


Beispielsätze φτιάχνω

... Μόλις σηκωθώ, φτιάχνω καφέ. ...

Quelle: ChrisaGolden


Beispielsätze kochen

... Lassen Sie die Champignons ungefähr 3 Minuten kochen und geben Sie am Ende die gewaschene und fein geschnittene Petersilie hinzu. ...

... Was kochen Sie? ...

... Sie wird für alle kochen müssen. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΦΤΙΑΧΝΩ
I straighten out
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φτιάχνωφτιάχνουμε, φτιάχνομεφτιάχνομαιφτιαχνόμαστε
φτιάχνειςφτιάχνετεφτιάχνεσαιφτιάχνεστε, φτιαχνόσαστε
φτιάχνειφτιάχνουν(ε)φτιάχνεταιφτιάχνονται
Imper
fekt
έφτιαχναφτιάχναμεφτιαχνόμουν(α)φτιαχνόμαστε, φτιαχνόμασταν
έφτιαχνεςφτιάχνατεφτιαχνόσουν(α)φτιαχνόσαστε, φτιαχνόσασταν
έφτιαχνεέφτιαχναν, φτιάχναν(ε)φτιαχνόταν(ε)φτιάχνονταν, φτιαχνόντανε, φτιαχνόντουσαν
Aoristέφτιαξαφτιάξαμεφτιάχτηκαφτιαχτήκαμε
έφτιαξεςφτιάξατεφτιάχτηκεςφτιαχτήκατε
έφτιαξεέφτιαξαν, φτιάξαν(ε)φτιάχτηκεφτιάχτηκαν, φτιαχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω φτιάξει
έχω φτιαγμένο
έχουμε φτιάξει
έχουμε φτιαγμένο
έχω φτιαχτεί
είμαι φτιαγμένος, -η
έχουμε φτιαχτεί
είμαστε φτιαγμένοι, -ες
έχεις φτιάξει
έχεις φτιαγμένο
έχετε φτιάξει
έχετε φτιαγμένο
έχεις φτιαχτεί
είσαι φτιαγμένος, -η
έχετε φτιαχτεί
είστε φτιαγμένοι, -ες
έχει φτιάξει
έχει φτιαγμένο
έχουν φτιάξει
έχουν φτιαγμένο
έχει φτιαχτεί
είναι φτιαγμένος, -η, -ο
έχουν φτιαχτεί
είναι φτιαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα φτιάξει
είχα φτιαγμένο
είχαμε φτιάξει
είχαμε φτιαγμένο
είχα φτιαχτεί
ήμουν φτιαγμένος, -η
είχαμε φτιαχτεί
ήμαστε φτιαγμένοι, -ες
είχες φτιάξει
είχες φτιαγμένο
είχατε φτιάξει
είχατε φτιαγμένο
είχες φτιαχτεί
ήσουν φτιαγμένος, -η
είχατε φτιαχτεί
ήσαστε φτιαγμένοι, -ες
είχε φτιάξει
είχε φτιαγμένο
είχαν φτιάξει
είχαν φτιαγμένο
είχε φτιαχτεί
ήταν φτιαγμένος, -η, -ο
είχαν φτιαχτεί
ήταν φτιαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φτιάχνωθα φτιάχνουμε, θα φτιάχνομεθα φτιάχνομαιθα φτιαχνόμαστε
θα φτιάχνειςθα φτιάχνετεθα φτιάχνεσαιθα φτιάχνεστε, θα φτιαχνόσαστε
θα φτιάχνειθα φτιάχνουν(ε)θα φτιάχνεταιθα φτιάχνονται
Fut
ur
θα φτιάξωθα φτιάξουμε, θα φτιάξομεθα φτιαχτώθα φτιαχτούμε
θα φτιάξειςθα φτιάξετεθα φτιαχτείςθα φτιαχτείτε
θα φτιάξειθα φτιάξουν(ε)θα φτιαχτείθα φτιαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φτιάξει
θα έχω φτιαγμένο
θα έχουμε φτιάξει
θα έχουμε φτιαγμένο
θα έχω φτιαχτεί
θα είμαι φτιαγμένος, -η
θα έχουμε φτιαχτεί
θα είμαστε φτιαγμένοι, -ες
θα έχεις φτιάξει
θα έχεις φτιαγμένο
θα έχετε φτιάξει
θα έχετε φτιαγμένο
θα έχεις φτιαχτεί
θα είσαι φτιαγμένος, -η
θα έχετε φτιαχτεί
θα είστε φτιαγμένοι, -ες
θα έχει φτιάξει
θα έχει φτιαγμένο
θα έχουν φτιάξει
θα έχουν φτιαγμένο
θα έχει φτιαχτεί
θα είναι φτιαγμένος, -η, -ο
θα έχουν φτιαχτεί
θα είναι φτιαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φτιάχνωνα φτιάχνουμε, να φτιάχνομενα φτιάχνομαινα φτιαχνόμαστε
να φτιάχνειςνα φτιάχνετενα φτιάχνεσαινα φτιάχνεστε, να φτιαχνόσαστε
να φτιάχνεινα φτιάχνουν(ε)να φτιάχνεταινα φτιάχνονται
Aoristνα φτιάξωνα φτιάξουμε, να φτιάξομενα φτιαχτώνα φτιαχτούμε
να φτιάξειςνα φτιάξετενα φτιαχτείςνα φτιαχτείτε
να φτιάξεινα φτιάξουν(ε)να φτιαχτείνα φτιαχτούν(ε)
Perfνα έχω φτιάξει
να έχω φτιαγμένο
να έχουμε φτιάξει
να έχουμε φτιαγμένο
να έχω φτιαχτεί
να είμαι φτιαγμένος, -η
να έχουμε φτιαχτεί
να είμαστε φτιαγμένοι, -ες
να έχεις φτιάξει
να έχεις φτιαγμένο
να έχετε φτιάξει
να έχετε φτιαγμένο
να έχεις φτιαχτεί
να είσαι φτιαγμένος, -η
να έχετε φτιαχτεί
να είστε φτιαγμένοι, -ες
να έχει φτιάξει
να έχει φτιαγμένο
να έχουν φτιάξει
να έχουν φτιαγμένο
να έχει φτιαχτεί
να είναι φτιαγμένος, -η, -ο
να έχουν φτιαχτεί
να είναι φτιαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφτιάχνεφτιάχνετεφτιάχνεστε
Aoristφτιάξεφτιάξτε, φτιάχτεφτιάξουφτιαχτείτε
Part
izip
Presφτιάχνοντας
Perfέχοντας φτιάξει, έχοντας φτιαγμένοφτιαγμένος, -η, -οφτιαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristφτιάξειφτιαχτεί



Person Wortform
Präsens ich koche
du kochst
er, sie, es kocht
Präteritum ich kochte
Konjunktiv II ich kochte
Imperativ Singular koch!
koche!
Plural kocht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekocht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kochen





Person Wortform
Präsens ich mache
du machst
er, sie, es macht
Präteritum ich machte
Konjunktiv II ich machte
Imperativ Singular mache!
mach!
Plural macht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemacht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:machen



Person Wortform
Präsens ich baue
du baust
er, sie, es baut
Präteritum ich baute
Konjunktiv II ich baute
Imperativ Singular baue!
bau!
Plural baut!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebaut haben
Alle weiteren Formen: Flexion:bauen


Griechische Definition zu φτιάχνω

φτιάχνω [ftxáxno] -ομαι & φτιάνω [ftxáno] -ομαι Ρ αόρ. έφτιαξα και (προφ.) έφτιασα, απαρέμφ. φτιάξει και (προφ.) φτιάσει, παθ. αόρ. φτιάχτηκα, απαρέμφ. φτιαχτεί, μππ. φτιαγμένος : 1α. κατασκευάζω κτ.: Φτιάχνει καραβάκια από χαρτί και τα ρίχνει στη θάλασσα. Kάνει οικονομίες, για να φτιάξει ένα σπιτάκι στην εξοχή. Aυτό το τραπέζι το έφτιαξα μόνος μου. β. παρασκευάζω, ετοιμάζω: φτιάχνω φαγητό / σαλάτα / καφέ / τσάι. Φτιάξε μας κάτι να φάμε. Έφτιαξα αυγά / μπριζόλες / σουτζουκάκια. Φτιά ξε μου ένα ποτό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φτιάχνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15