bauen
 Verb

φτιάχνω Verb
(24)
χτίζω Verb
(9)
οικοδομώ Verb
(4)
ποιώ Verb
(0)
ιδρύω Verb
(0)
κτίζω Verb
(0)

Anzeige
DeutschGriechisch
Als ich auf die Universität ging, fing ich an, ziemlich komplizierte und fragile Maschinen zu bauen.Όταν πήγα στο κολέγιο, βρέθηκα να φτιάχνω αρκετά περίπλοκες, εύθραυστες μηχανές.

Übersetzung nicht bestätigt

Der gesamte Arbeitsprozess ist für mich sehr wichtig, weil ich Maschinen erfinde, aber auch Werkzeuge, um Maschinen zu bauen. Und so kommt alles von Anfang an zusammen.Για μένα η διαδικασία είναι πολύ σημαντική, διότι επινοώ μηχανές, και επιπλέον επινοώ εργαλεία για να φτιάχνω τις μηχανές, και το όλο θέμα είναι σαν κάπως τελειωμένο απ' την αρχή.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich versuchte ständig, Dinge zu bauen.Πάντα προσπαθούσα να φτιάχνω πράγματα.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich arbeitete dort für zwei Jahre, mir wurde klar, dass ich nicht zum Laster bauen geboren wurde.Δούλεψα εκεί για δύο χρόνια, και συνειδητοποίησα ότι δεν είχα γεννηθεί για να φτιάχνω φορτηγά.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich dachte, dass das soviel besser war, als Trucks zu bauen. (Applaus)Και νόμιζα ότι αυτό ήταν πολύ καλύτερο από το να φτιάχνω φορτηγά (Χειροκρότημα)

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φτιάχνωφτιάχνουμε, φτιάχνομεφτιάχνομαιφτιαχνόμαστε
φτιάχνειςφτιάχνετεφτιάχνεσαιφτιάχνεστε, φτιαχνόσαστε
φτιάχνειφτιάχνουν(ε)φτιάχνεταιφτιάχνονται
Imper
fekt
έφτιαχναφτιάχναμεφτιαχνόμουν(α)φτιαχνόμαστε, φτιαχνόμασταν
έφτιαχνεςφτιάχνατεφτιαχνόσουν(α)φτιαχνόσαστε, φτιαχνόσασταν
έφτιαχνεέφτιαχναν, φτιάχναν(ε)φτιαχνόταν(ε)φτιάχνονταν, φτιαχνόντανε, φτιαχνόντουσαν
Aoristέφτιαξαφτιάξαμεφτιάχτηκαφτιαχτήκαμε
έφτιαξεςφτιάξατεφτιάχτηκεςφτιαχτήκατε
έφτιαξεέφτιαξαν, φτιάξαν(ε)φτιάχτηκεφτιάχτηκαν, φτιαχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φτιάξει
έχω φτιαγμένο
έχουμε φτιάξει
έχουμε φτιαγμένο
έχω φτιαχτεί
είμαι φτιαγμένος, -η
έχουμε φτιαχτεί
είμαστε φτιαγμένοι, -ες
έχεις φτιάξει
έχεις φτιαγμένο
έχετε φτιάξει
έχετε φτιαγμένο
έχεις φτιαχτεί
είσαι φτιαγμένος, -η
έχετε φτιαχτεί
είστε φτιαγμένοι, -ες
έχει φτιάξει
έχει φτιαγμένο
έχουν φτιάξει
έχουν φτιαγμένο
έχει φτιαχτεί
είναι φτιαγμένος, -η, -ο
έχουν φτιαχτεί
είναι φτιαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα φτιάξει
είχα φτιαγμένο
είχαμε φτιάξει
είχαμε φτιαγμένο
είχα φτιαχτεί
ήμουν φτιαγμένος, -η
είχαμε φτιαχτεί
ήμαστε φτιαγμένοι, -ες
είχες φτιάξει
είχες φτιαγμένο
είχατε φτιάξει
είχατε φτιαγμένο
είχες φτιαχτεί
ήσουν φτιαγμένος, -η
είχατε φτιαχτεί
ήσαστε φτιαγμένοι, -ες
είχε φτιάξει
είχε φτιαγμένο
είχαν φτιάξει
είχαν φτιαγμένο
είχε φτιαχτεί
ήταν φτιαγμένος, -η, -ο
είχαν φτιαχτεί
ήταν φτιαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φτιάχνωθα φτιάχνουμε, θα φτιάχνομεθα φτιάχνομαιθα φτιαχνόμαστε
θα φτιάχνειςθα φτιάχνετεθα φτιάχνεσαιθα φτιάχνεστε, θα φτιαχνόσαστε
θα φτιάχνειθα φτιάχνουν(ε)θα φτιάχνεταιθα φτιάχνονται
Fut
ur
θα φτιάξωθα φτιάξουμε, θα φτιάξομεθα φτιαχτώθα φτιαχτούμε
θα φτιάξειςθα φτιάξετεθα φτιαχτείςθα φτιαχτείτε
θα φτιάξειθα φτιάξουν(ε)θα φτιαχτείθα φτιαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φτιάξει
θα έχω φτιαγμένο
θα έχουμε φτιάξει
θα έχουμε φτιαγμένο
θα έχω φτιαχτεί
θα είμαι φτιαγμένος, -η
θα έχουμε φτιαχτεί
θα είμαστε φτιαγμένοι, -ες
θα έχεις φτιάξει
θα έχεις φτιαγμένο
θα έχετε φτιάξει
θα έχετε φτιαγμένο
θα έχεις φτιαχτεί
θα είσαι φτιαγμένος, -η
θα έχετε φτιαχτεί
θα είστε φτιαγμένοι, -ες
θα έχει φτιάξει
θα έχει φτιαγμένο
θα έχουν φτιάξει
θα έχουν φτιαγμένο
θα έχει φτιαχτεί
θα είναι φτιαγμένος, -η, -ο
θα έχουν φτιαχτεί
θα είναι φτιαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φτιάχνωνα φτιάχνουμε, να φτιάχνομενα φτιάχνομαινα φτιαχνόμαστε
να φτιάχνειςνα φτιάχνετενα φτιάχνεσαινα φτιάχνεστε, να φτιαχνόσαστε
να φτιάχνεινα φτιάχνουν(ε)να φτιάχνεταινα φτιάχνονται
Aoristνα φτιάξωνα φτιάξουμε, να φτιάξομενα φτιαχτώνα φτιαχτούμε
να φτιάξειςνα φτιάξετενα φτιαχτείςνα φτιαχτείτε
να φτιάξεινα φτιάξουν(ε)να φτιαχτείνα φτιαχτούν(ε)
Perfνα έχω φτιάξει
να έχω φτιαγμένο
να έχουμε φτιάξει
να έχουμε φτιαγμένο
να έχω φτιαχτεί
να είμαι φτιαγμένος, -η
να έχουμε φτιαχτεί
να είμαστε φτιαγμένοι, -ες
να έχεις φτιάξει
να έχεις φτιαγμένο
να έχετε φτιάξει
να έχετε φτιαγμένο
να έχεις φτιαχτεί
να είσαι φτιαγμένος, -η
να έχετε φτιαχτεί
να είστε φτιαγμένοι, -ες
να έχει φτιάξει
να έχει φτιαγμένο
να έχουν φτιάξει
να έχουν φτιαγμένο
να έχει φτιαχτεί
να είναι φτιαγμένος, -η, -ο
να έχουν φτιαχτεί
να είναι φτιαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφτιάχνεφτιάχνετεφτιάχνεστε
Aoristφτιάξεφτιάξτε, φτιάχτεφτιάξουφτιαχτείτε
Part
izip
Presφτιάχνοντας
Perfέχοντας φτιάξει, έχοντας φτιαγμένοφτιαγμένος, -η, -οφτιαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristφτιάξειφτιαχτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ιδρύωιδρύουμε, ιδρύομειδρύομαιιδρυόμαστε
ιδρύειςιδρύετειδρύεσαιιδρύεστε, ιδρυόσαστε
ιδρύειιδρύουν(ε)ιδρύεταιιδρύονται
Imper
fekt
ίδρυαιδρύαμειδρυόμουν(α)ιδρυόμαστε
ίδρυεςιδρύατειδρυόσουν(α)ιδρυόσαστε
ίδρυείδρυαν, ιδρύαν(ε)ιδρυόταν(ε)ιδρύονταν
Aoristίδρυσαιδρύσαμειδρύθηκαιδρυθήκαμε
ίδρυσεςιδρύσατειδρύθηκεςιδρυθήκατε
ίδρυσείδρυσαν, ιδρύσαν(ε)ιδρύθηκειδρύθηκαν, ιδρυθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ιδρύσει
έχω ιδρυμένο
έχουμε ιδρύσει
έχουμε ιδρυμένο
έχω ιδρυθεί
είμαι ιδρυμένος, -η
έχουμε ιδρυθεί
είμαστε ιδρυμένοι, -ες
έχεις ιδρύσει
έχεις ιδρυμένο
έχετε ιδρύσει
έχετε ιδρυμένο
έχεις ιδρυθεί
είσαι ιδρυμένος, -η
έχετε ιδρυθεί
είστε ιδρυμένοι, -ες
έχει ιδρύσει
έχει ιδρυμένο
έχουν ιδρύσει
έχουν ιδρυμένο
έχει ιδρυθεί
είναι ιδρυμένος, -η, -ο
έχουν ιδρυθεί
είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ιδρύσει
είχα ιδρυμένο
είχαμε ιδρύσει
είχαμε ιδρυμένο
είχα ιδρυθεί
ήμουν ιδρυμένος, -η
είχαμε ιδρυθεί
ήμαστε ιδρυμένοι, -ες
είχες ιδρύσει
είχες ιδρυμένο
είχατε ιδρύσει
είχατε ιδρυμένο
είχες ιδρυθεί
ήσουν ιδρυμένος, -η
είχατε ιδρυθεί
ήσαστε ιδρυμένοι, -ες
είχε ιδρύσει
είχε ιδρυμένο
είχαν ιδρύσει
είχαν ιδρυμένο
είχε ιδρυθεί
ήταν ιδρυμένος, -η, -ο
είχαν ιδρυθεί
ήταν ιδρυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ιδρύωθα ιδρύουμε, θα ιδρύομεθα ιδρύομαιθα ιδρυόμαστε
θα ιδρύειςθα ιδρύετεθα ιδρύεσαιθα ιδρύεστε θα ιδρυόσαστε
θα ιδρύειθα ιδρύουν(ε)θα ιδρύεταιθα ιδρύονται
Fut
ur
θα ιδρύσωθα ιδρύσουμε, θα ιδρύσομεθα ιδρυθώθα ιδρυθούμε
θα ιδρύσειςθα ιδρύσετεθα ιδρυθείςθα ιδρυθείτε
θα ιδρύσειθα ιδρύσουν(ε)θα ιδρυθείθα ιδρυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ιδρύσει
θα έχω ιδρυμένο
θα έχουμε ιδρύσει
θα έχουμε ιδρυμένο
θα έχω ιδρυθεί
θα είμαι ιδρυμένος, -η
θα έχουμε ιδρυθεί
θα είμαστε ιδρυμένοι, -ες
θα έχεις ιδρύσει
θα έχεις ιδρυμένο
θα έχετε ιδρύσει
θα έχετε ιδρυμένο
θα έχεις ιδρυθεί
θα είσαι ιδρυμένος, -η
θα έχετε ιδρυθεί
θα είστε ιδρυμένοι, -ες
θα έχει ιδρύσει
θα έχει ιδρυμένο
θα έχουν ιδρύσει
θα έχουν ιδρυμένο
θα έχει ιδρυθεί
θα είναι ιδρυμένος, -η, -ο
θα έχουν ιδρυθεί
θα είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ιδρύωνα ιδρύουμε, να ιδρύομενα ιδρύομαινα ιδρυόμαστε
να ιδρύειςνα ιδρύετενα ιδρύεσαινα ιδρύεστε, να ιδρυόσαστε
να ιδρύεινα ιδρύουν(ε)να ιδρύεταινα ιδρύονται
Aoristνα ιδρύσωνα ιδρύσουμε, να ιδρύσομενα ιδρυθώνα ιδρυθούμε
να ιδρύσειςνα ιδρύσετενα ιδρυθείςνα ιδρυθείτε
να ιδρύσεινα ιδρύσουν(ε)να ιδρυθείνα ιδρυθούν(ε)
Perfνα έχω ιδρύσει
να έχω ιδρυμένο
να έχουμε ιδρύσει
να έχουμε ιδρυμένο
να έχω ιδρυθεί
να είμαι ιδρυμένος, -η
να έχουμε ιδρυθεί
να είμαστε ιδρυμένοι, -ες
να έχεις ιδρύσει
να έχεις ιδρυμένο
να έχετε ιδρύσει
να έχετε ιδρυμένο
να έχεις ιδρυθεί
να είσαι ιδρυμένος, -η
να έχετε ιδρυθεί
να είστε ιδρυμένοι, -ες
να έχει ιδρύσει
να έχει ιδρυμένο
να έχουν ιδρύσει
να έχουν ιδρυμένο
να έχει ιδρυθεί
να είναι ιδρυμένος, -η, -ο
να έχουν ιδρυθεί
να είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presίδρυειδρύετειδρύεστε
Aoristίδρυσειδρύσετε, ιδρύστειδρύσουιδρυθείτε
Part
izip
Presιδρύοντας
Perfέχοντας ιδρύσει, έχοντας ιδρυμένοιδρυμένος, -η, -οιδρυμένοι, -ες, -α
InfinAoristιδρύσειιδρυθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback