χτίζω  Verb  [chtizo, xtizw]

  Verb
(9)
mauern (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu χτίζω

χτίζω mittelgriechisch χτίζω altgriechisch κτίζω


GriechischDeutsch
Νιώθω λες και χτίζω το δικό μου σπίτι.Als würde ich mein eigenes Haus bauen!
Θ' αρχίσω να χτίζω σύντομα.Wir werden bald anfangen, zu bauen.

Synonyme zu χτίζω

  • δημιουργώ
  • κατασκευάζω
  • φτιάχνω

Ähnliche Wörter zu χτίζω

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu χτίζω

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu χτίζω

χτίζω [xtízo] -ομαι & κτίζω [ktízo] -ομαι : ANT γκρεμίζω. 1α. υψώνω επάνω στο έδαφος μια κατασκευή, χρησιμοποιώντας διάφορα οικοδομικά υλικά, όπως π.χ. πέτρα, τσιμέντο, τούβλα κτλ.: Ο εργάτης / ο οικοδόμος χτίζει έναν τοίχο / ένα σπίτι. Γέφυρα χτισμένη με πέτρα. || Tα πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους. ΦΡ χτίζω στον αέρα*. χτίζω (πύργους) στην άμμο*. β. αναλαμβάνω με ομάδα ειδικών εργατών να χτίσω κτ.: Aυτός ο εργολάβος έχτισε πολλές πολυκατοικίες. || (για πολιτικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα) κάνω τα σχέδια και επιβλέπω μια κατασκευή. γ. αναθέτω σε κπ. να χτίσει για λογαριασμό μου: Θα χτίσω ένα σπίτι στην εξοχή. Tο κράτος έχτισε καινούρια σχολεία. δ. (παθ.) για έκταση γης όπου χτίζονται οικοδομές: Tο διπλανό μας οικόπεδο θα χτιστεί. Tα τελευταία χρόνια η Aθήνα χτίστηκε απρογραμμάτιστα. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback