ιδρύω  Verb  [idrio, ithrio, idryw]

Ähnliche Bedeutung wie ιδρύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ιδρύω

... αυτοκρατορίες, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ολλανδία άρχισαν και αυτές να ιδρύουν αποικίες και εμπορικά δίκτυα στην Αμερική και την Ασία. Μία σειρά πολέμων ...

... Ιανουαρίου 700 π.Χ. και τελειώνει στις 31 Δεκεμβρίου 601 π.Χ.. 703 π.Χ.: Ιδρύεται η Κέρκυρα από τους Κορινθίους. 700 π.Χ.: Ίδρυση των βασιλείων της Μηδίας ...

... Δέρβη. Μάλιστα στην περιοχή της Γαλατίας Μικράς Ασίας, οι κοινότητες που ιδρύονται περιλαμβάνουν χριστιανούς εξ Ιουδαίων και εξ εθνικών, οι οποίοι αρχικά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stiften

... Wir stiften keinen neuen Bund, es ist ein uralt Bündnis nur von Väter Zeit, das wir erneuern! ...

... Nicht jeder Unternehmer, der stiften geht, ist ein Mäzen. ...

... Wir sind an dem Punkt angelangt, da ein zusätzlich gedruckter Geldschein mehr Schaden als Nutzen stiften kann. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΙΔΡΥΩ
I establish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ιδρύωιδρύουμε, ιδρύομειδρύομαιιδρυόμαστε
ιδρύειςιδρύετειδρύεσαιιδρύεστε, ιδρυόσαστε
ιδρύειιδρύουν(ε)ιδρύεταιιδρύονται
Imper
fekt
ίδρυαιδρύαμειδρυόμουν(α)ιδρυόμαστε
ίδρυεςιδρύατειδρυόσουν(α)ιδρυόσαστε
ίδρυείδρυαν, ιδρύαν(ε)ιδρυόταν(ε)ιδρύονταν
Aoristίδρυσαιδρύσαμειδρύθηκαιδρυθήκαμε
ίδρυσεςιδρύσατειδρύθηκεςιδρυθήκατε
ίδρυσείδρυσαν, ιδρύσαν(ε)ιδρύθηκειδρύθηκαν, ιδρυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ιδρύσει
έχω ιδρυμένο
έχουμε ιδρύσει
έχουμε ιδρυμένο
έχω ιδρυθεί
είμαι ιδρυμένος, -η
έχουμε ιδρυθεί
είμαστε ιδρυμένοι, -ες
έχεις ιδρύσει
έχεις ιδρυμένο
έχετε ιδρύσει
έχετε ιδρυμένο
έχεις ιδρυθεί
είσαι ιδρυμένος, -η
έχετε ιδρυθεί
είστε ιδρυμένοι, -ες
έχει ιδρύσει
έχει ιδρυμένο
έχουν ιδρύσει
έχουν ιδρυμένο
έχει ιδρυθεί
είναι ιδρυμένος, -η, -ο
έχουν ιδρυθεί
είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ιδρύσει
είχα ιδρυμένο
είχαμε ιδρύσει
είχαμε ιδρυμένο
είχα ιδρυθεί
ήμουν ιδρυμένος, -η
είχαμε ιδρυθεί
ήμαστε ιδρυμένοι, -ες
είχες ιδρύσει
είχες ιδρυμένο
είχατε ιδρύσει
είχατε ιδρυμένο
είχες ιδρυθεί
ήσουν ιδρυμένος, -η
είχατε ιδρυθεί
ήσαστε ιδρυμένοι, -ες
είχε ιδρύσει
είχε ιδρυμένο
είχαν ιδρύσει
είχαν ιδρυμένο
είχε ιδρυθεί
ήταν ιδρυμένος, -η, -ο
είχαν ιδρυθεί
ήταν ιδρυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ιδρύωθα ιδρύουμε, θα ιδρύομεθα ιδρύομαιθα ιδρυόμαστε
θα ιδρύειςθα ιδρύετεθα ιδρύεσαιθα ιδρύεστε θα ιδρυόσαστε
θα ιδρύειθα ιδρύουν(ε)θα ιδρύεταιθα ιδρύονται
Fut
ur
θα ιδρύσωθα ιδρύσουμε, θα ιδρύσομεθα ιδρυθώθα ιδρυθούμε
θα ιδρύσειςθα ιδρύσετεθα ιδρυθείςθα ιδρυθείτε
θα ιδρύσειθα ιδρύσουν(ε)θα ιδρυθείθα ιδρυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ιδρύσει
θα έχω ιδρυμένο
θα έχουμε ιδρύσει
θα έχουμε ιδρυμένο
θα έχω ιδρυθεί
θα είμαι ιδρυμένος, -η
θα έχουμε ιδρυθεί
θα είμαστε ιδρυμένοι, -ες
θα έχεις ιδρύσει
θα έχεις ιδρυμένο
θα έχετε ιδρύσει
θα έχετε ιδρυμένο
θα έχεις ιδρυθεί
θα είσαι ιδρυμένος, -η
θα έχετε ιδρυθεί
θα είστε ιδρυμένοι, -ες
θα έχει ιδρύσει
θα έχει ιδρυμένο
θα έχουν ιδρύσει
θα έχουν ιδρυμένο
θα έχει ιδρυθεί
θα είναι ιδρυμένος, -η, -ο
θα έχουν ιδρυθεί
θα είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ιδρύωνα ιδρύουμε, να ιδρύομενα ιδρύομαινα ιδρυόμαστε
να ιδρύειςνα ιδρύετενα ιδρύεσαινα ιδρύεστε, να ιδρυόσαστε
να ιδρύεινα ιδρύουν(ε)να ιδρύεταινα ιδρύονται
Aoristνα ιδρύσωνα ιδρύσουμε, να ιδρύσομενα ιδρυθώνα ιδρυθούμε
να ιδρύσειςνα ιδρύσετενα ιδρυθείςνα ιδρυθείτε
να ιδρύσεινα ιδρύσουν(ε)να ιδρυθείνα ιδρυθούν(ε)
Perfνα έχω ιδρύσει
να έχω ιδρυμένο
να έχουμε ιδρύσει
να έχουμε ιδρυμένο
να έχω ιδρυθεί
να είμαι ιδρυμένος, -η
να έχουμε ιδρυθεί
να είμαστε ιδρυμένοι, -ες
να έχεις ιδρύσει
να έχεις ιδρυμένο
να έχετε ιδρύσει
να έχετε ιδρυμένο
να έχεις ιδρυθεί
να είσαι ιδρυμένος, -η
να έχετε ιδρυθεί
να είστε ιδρυμένοι, -ες
να έχει ιδρύσει
να έχει ιδρυμένο
να έχουν ιδρύσει
να έχουν ιδρυμένο
να έχει ιδρυθεί
να είναι ιδρυμένος, -η, -ο
να έχουν ιδρυθεί
να είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presίδρυειδρύετειδρύεστε
Aoristίδρυσειδρύσετε, ιδρύστειδρύσουιδρυθείτε
Part
izip
Presιδρύοντας
Perfέχοντας ιδρύσει, έχοντας ιδρυμένοιδρυμένος, -η, -οιδρυμένοι, -ες, -α
InfinAoristιδρύσειιδρυθεί







Person Wortform
Präsens ich baue
du baust
er, sie, es baut
Präteritum ich baute
Konjunktiv II ich baute
Imperativ Singular baue!
bau!
Plural baut!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebaut haben
Alle weiteren Formen: Flexion:bauen






Griechische Definition zu ιδρύω

ιδρύω [iδrío] -ομαι : κάνω ό,τι είναι απαραίτητο για να αρχίσει να υπάρχει κτ., να πάρει υπόσταση· δημιουργώ κτ. από την αρχή, θέτω τις βάσεις για να υπάρξει. α. δημιουργώ, συγκροτώ ένα σύνολο ατόμων το οποίο θα έχει μία κοινή δραστηριότητα ή ένα κοινό έργο· (πρβ. συγκρο τώ, οργανώνω): ιδρύω σύλλογο / εταιρεία / κόμμα. Συμφώνησαν να ιδρύσουν σωματείο. H πρώτη εργατική συνομοσπονδία ιδρύθηκε το 1886 στην Aμερική. Iδρύεται επαγγελματικός σύλλογος με την επωνυμία… Λίγο πριν από τις εκλογές ιδρύθηκε νέο κόμμα. β. δημιουργώ μια υπηρεσία, έναν οργανισμό κτλ.: ιδρύω σχολείο / νοσοκομείο / υπηρεσία. Ο Kαποδίστριας ίδρυσε το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Tο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1926 με διάταγμα της τότε ελληνικής κυβέρνησης. ιδρύω επιχείρηση / τράπεζα / εκδοτικό οργανισμό / εφημερίδα. Ο Άγιος Aθανάσιος ίδρυσε τη μονή της Mεγίστης Λαύρας. || Nέα κράτη ιδρύθηκαν στα ερείπια της παλιάς Ρωμαϊκής Aυτοκρατορίας. || Ήθελε να ιδρύσει δική του θρησκεία. γ. παίρνω την πρωτοβουλία για να κατασκευαστεί ένα οικοδόμημα· (πρβ. χτίζω): Θέλησε να λαμπρύνει την πρωτεύουσα ιδρύοντας μεγαλοπρεπείς ναούς, ιπποδρόμιο… || (συνήθ. παθ.) κατασκευάζομαι, οικοδομούμαι: Ο ναός ιδρύθηκε τον πέμπτο αι. μ.X. Tο πρόβλημα είναι σε ποια περιοχή θα ιδρυθεί το νέο εργοστάσιο. δ. δημιουργώ από την αρχή έναν οικισμό, μια πόλη κτλ.: Ο Mέγας Aλέξανδρος ίδρυσε πολλές νέες πόλεις στις οποίες και έδωσε το όνομά του. H Kωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από το Mέγα Kωνσταντίνο. Ο οικισμός ιδρύθηκε από πρόσφυγες της Mικράς Aσίας.

[λόγ.: γ, δ: ενεργ. < αρχ. ἱδρύομαι (μέσο, παθ.), αρχ. ἱδρύω `τοποθετώ κπ. σε ένα μέρος΄· α, β: σημδ. γαλλ. fonder]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ιδρύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15