ιδρύω Verb  [idrio, ithrio, idryw]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu ιδρύω

ιδρύω altgriechisch ἱδρύω proto-griechisch *heďďomai proto-indogermanisch *sed-ye- *sed- (κάθομαι)


GriechischDeutsch
Σου είπα ότι ιδρύω νέα οργάνωση με το όνομα "ΚΣΔ";Ich werde eine Organisation gründen namens IHHF.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ιδρύω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ιδρύωιδρύουμε, ιδρύομειδρύομαιιδρυόμαστε
ιδρύειςιδρύετειδρύεσαιιδρύεστε, ιδρυόσαστε
ιδρύειιδρύουν(ε)ιδρύεταιιδρύονται
Imper
fekt
ίδρυαιδρύαμειδρυόμουν(α)ιδρυόμαστε
ίδρυεςιδρύατειδρυόσουν(α)ιδρυόσαστε
ίδρυείδρυαν, ιδρύαν(ε)ιδρυόταν(ε)ιδρύονταν
Aoristίδρυσαιδρύσαμειδρύθηκαιδρυθήκαμε
ίδρυσεςιδρύσατειδρύθηκεςιδρυθήκατε
ίδρυσείδρυσαν, ιδρύσαν(ε)ιδρύθηκειδρύθηκαν, ιδρυθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ιδρύσει
έχω ιδρυμένο
έχουμε ιδρύσει
έχουμε ιδρυμένο
έχω ιδρυθεί
είμαι ιδρυμένος, -η
έχουμε ιδρυθεί
είμαστε ιδρυμένοι, -ες
έχεις ιδρύσει
έχεις ιδρυμένο
έχετε ιδρύσει
έχετε ιδρυμένο
έχεις ιδρυθεί
είσαι ιδρυμένος, -η
έχετε ιδρυθεί
είστε ιδρυμένοι, -ες
έχει ιδρύσει
έχει ιδρυμένο
έχουν ιδρύσει
έχουν ιδρυμένο
έχει ιδρυθεί
είναι ιδρυμένος, -η, -ο
έχουν ιδρυθεί
είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ιδρύσει
είχα ιδρυμένο
είχαμε ιδρύσει
είχαμε ιδρυμένο
είχα ιδρυθεί
ήμουν ιδρυμένος, -η
είχαμε ιδρυθεί
ήμαστε ιδρυμένοι, -ες
είχες ιδρύσει
είχες ιδρυμένο
είχατε ιδρύσει
είχατε ιδρυμένο
είχες ιδρυθεί
ήσουν ιδρυμένος, -η
είχατε ιδρυθεί
ήσαστε ιδρυμένοι, -ες
είχε ιδρύσει
είχε ιδρυμένο
είχαν ιδρύσει
είχαν ιδρυμένο
είχε ιδρυθεί
ήταν ιδρυμένος, -η, -ο
είχαν ιδρυθεί
ήταν ιδρυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ιδρύωθα ιδρύουμε, θα ιδρύομεθα ιδρύομαιθα ιδρυόμαστε
θα ιδρύειςθα ιδρύετεθα ιδρύεσαιθα ιδρύεστε θα ιδρυόσαστε
θα ιδρύειθα ιδρύουν(ε)θα ιδρύεταιθα ιδρύονται
Fut
ur
θα ιδρύσωθα ιδρύσουμε, θα ιδρύσομεθα ιδρυθώθα ιδρυθούμε
θα ιδρύσειςθα ιδρύσετεθα ιδρυθείςθα ιδρυθείτε
θα ιδρύσειθα ιδρύσουν(ε)θα ιδρυθείθα ιδρυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ιδρύσει
θα έχω ιδρυμένο
θα έχουμε ιδρύσει
θα έχουμε ιδρυμένο
θα έχω ιδρυθεί
θα είμαι ιδρυμένος, -η
θα έχουμε ιδρυθεί
θα είμαστε ιδρυμένοι, -ες
θα έχεις ιδρύσει
θα έχεις ιδρυμένο
θα έχετε ιδρύσει
θα έχετε ιδρυμένο
θα έχεις ιδρυθεί
θα είσαι ιδρυμένος, -η
θα έχετε ιδρυθεί
θα είστε ιδρυμένοι, -ες
θα έχει ιδρύσει
θα έχει ιδρυμένο
θα έχουν ιδρύσει
θα έχουν ιδρυμένο
θα έχει ιδρυθεί
θα είναι ιδρυμένος, -η, -ο
θα έχουν ιδρυθεί
θα είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ιδρύωνα ιδρύουμε, να ιδρύομενα ιδρύομαινα ιδρυόμαστε
να ιδρύειςνα ιδρύετενα ιδρύεσαινα ιδρύεστε, να ιδρυόσαστε
να ιδρύεινα ιδρύουν(ε)να ιδρύεταινα ιδρύονται
Aoristνα ιδρύσωνα ιδρύσουμε, να ιδρύσομενα ιδρυθώνα ιδρυθούμε
να ιδρύσειςνα ιδρύσετενα ιδρυθείςνα ιδρυθείτε
να ιδρύσεινα ιδρύσουν(ε)να ιδρυθείνα ιδρυθούν(ε)
Perfνα έχω ιδρύσει
να έχω ιδρυμένο
να έχουμε ιδρύσει
να έχουμε ιδρυμένο
να έχω ιδρυθεί
να είμαι ιδρυμένος, -η
να έχουμε ιδρυθεί
να είμαστε ιδρυμένοι, -ες
να έχεις ιδρύσει
να έχεις ιδρυμένο
να έχετε ιδρύσει
να έχετε ιδρυμένο
να έχεις ιδρυθεί
να είσαι ιδρυμένος, -η
να έχετε ιδρυθεί
να είστε ιδρυμένοι, -ες
να έχει ιδρύσει
να έχει ιδρυμένο
να έχουν ιδρύσει
να έχουν ιδρυμένο
να έχει ιδρυθεί
να είναι ιδρυμένος, -η, -ο
να έχουν ιδρυθεί
να είναι ιδρυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presίδρυειδρύετειδρύεστε
Aoristίδρυσειδρύσετε, ιδρύστειδρύσουιδρυθείτε
Part
izip
Presιδρύοντας
Perfέχοντας ιδρύσει, έχοντας ιδρυμένοιδρυμένος, -η, -οιδρυμένοι, -ες, -α
InfinAoristιδρύσειιδρυθεί













Griechische Definition zu ιδρύω

ιδρύω [iδrío] -ομαι : κάνω ό,τι είναι απαραίτητο για να αρχίσει να υπάρχει κτ., να πάρει υπόσταση· δημιουργώ κτ. από την αρχή, θέτω τις βάσεις για να υπάρξει. α. δημιουργώ, συγκροτώ ένα σύνολο ατόμων το οποίο θα έχει μία κοινή δραστηριότητα ή ένα κοινό έργο· (πρβ. συγκρο τώ, οργανώνω): ιδρύω σύλλογο / εταιρεία / κόμμα. Συμφώνησαν να ιδρύσουν σωματείο. H πρώτη εργατική συνομοσπονδία ιδρύθηκε το 1886 στην Aμερική. Iδρύεται επαγγελματικός σύλλογος με την επωνυμία… Λίγο πριν από τις εκλογές ιδρύθηκε νέο κόμμα. β. δημιουργώ μια υπηρεσία, έναν οργανισμό κτλ.: ιδρύω σχολείο / νοσοκομείο / υπηρεσία. Ο Kαποδίστριας ίδρυσε το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Tο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1926 με διάταγμα της τότε ελληνικής κυβέρνησης. ιδρύω επιχείρηση / τράπεζα / εκδοτικό οργανισμό / εφημερίδα. Ο Άγιος Aθανάσιος ίδρυσε τη μονή της Mεγίστης Λαύρας. || Nέα κράτη ιδρύθηκαν στα ερείπια της παλιάς Ρωμαϊκής Aυτοκρατορίας. || Ήθελε να ιδρύσει δική του θρησκεία. γ. παίρνω την πρωτοβουλία για να κατασκευαστεί ένα οικοδόμημα· (πρβ. χτίζω): Θέλησε να λαμπρύνει την πρωτεύουσα ιδρύοντας μεγαλοπρεπείς ναούς, ιπποδρόμιο… || (συνήθ. παθ.) κατασκευάζομαι, οικοδομούμαι: Ο ναός ιδρύθηκε τον πέμπτο αι. μ.X. Tο πρόβλημα είναι σε ποια περιοχή θα ιδρυθεί το νέο εργοστάσιο. δ. δημιουργώ από την αρχή έναν οικισμό, μια πόλη κτλ.: Ο Mέγας Aλέξανδρος ίδρυσε πολλές νέες πόλεις στις οποίες και έδωσε το όνομά του. H Kωνσταντινούπολη ιδρύθηκε από το Mέγα Kωνσταντίνο. Ο οικισμός ιδρύθηκε από πρόσφυγες της Mικράς Aσίας.

[λόγ.: γ, δ: ενεργ. < αρχ. ἱδρύομαι (μέσο, παθ.), αρχ. ἱδρύω `τοποθετώ κπ. σε ένα μέρος΄· α, β: σημδ. γαλλ. fonder]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback