τυλίγω  Verb  [tiligo, tiliro, tyligw]

Ähnliche Bedeutung wie τυλίγω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze τυλίγω

... γραμμές χαραγμένες με το χάρακα. Μετά τα συγκολλούσαν όλα μαζί και τα τύλιγαν σε σχήμα κυλίνδρου, ο οποίος, όταν ξετυλιγόταν, έφτανε συχνά το μήκος των ...

... πλέον σε όρθια θέση και άρχισαν να καλύπτουν τα χέρια τους, καθώς και να τυλίγουν την περιοχή των χεριών τους κάτω από τους αγκώνες με ύφασμα, ωστόσο πέρα ...

... λόγω γλαυκώματος, είναι γνωστός για τα χαρακτηριστικά γυαλιά του που τυλίγονται γύρω από το κεφάλι του. Άλλα αντικείμενα που μπορεί να είναι επικίνδυνα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze winden

... Immer, wenn ich nach einem Preislassnach frage, winden sich die Verkäufer wie ein Aal. ...

... Sobald ich mich nach einem Rabatt erkundige, winden sich die Verkäufer wie ein Aal. ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΤΥΛΙΓΩ
I coil
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τυλίγωτυλίγουμε, τυλίγομετυλίγομαιτυλιγόμαστε
τυλίγειςτυλίγετετυλίγεσαιτυλίγεστε, τυλιγόσαστε
τυλίγειτυλίγουν(ε)τυλίγεταιτυλίγονται
Imper
fekt
τύλιγατυλίγαμετυλιγόμουν(α)τυλιγόμαστε, τυλιγόμασταν
τύλιγεςτυλίγατετυλιγόσουν(α)τυλιγόσαστε, τυλιγόσασταν
τύλιγετύλιγαν, τυλίγαν(ε)τυλιγόταν(ε)τυλίγονταν, τυλιγόντανε, τυλιγόντουσαν
Aoristτύλιξατυλίξαμετυλίχτηκατυλιχτήκαμε
τύλιξεςτυλίξατετυλίχτηκεςτυλιχτήκατε
τύλιξετύλιξαν, τυλίξαν(ε)τυλίχτηκετυλίχτηκαν, τυλιχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω τυλίξει
έχω τυλιγμένο
έχουμε τυλίξει
έχουμε τυλιγμένο
έχω τυλιχτεί
είμαι τυλιγμένος, -η
έχουμε τυλιχτεί
είμαστε τυλιγμένοι, -ες
έχεις τυλίξει
έχεις τυλιγμένο
έχετε τυλίξει
έχετε τυλιγμένο
έχεις τυλιχτεί
είσαι τυλιγμένος, -η
έχετε τυλιχτεί
είστε τυλιγμένοι, -ες
έχει τυλίξει
έχει τυλιγμένο
έχουν τυλίξει
έχουν τυλιγμένο
έχει τυλιχτεί
είναι τυλιγμένος, -η, -ο
έχουν τυλιχτεί
είναι τυλιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα τυλίξει
είχα τυλιγμένο
είχαμε τυλίξει
είχαμε τυλιγμένο
είχα τυλιχτεί
ήμουν τυλιγμένος, -η
είχαμε τυλιχτεί
ήμαστε τυλιγμένοι, -ες
είχες τυλίξει
είχες τυλιγμένο
είχατε τυλίξει
είχατε τυλιγμένο
είχες τυλιχτεί
ήσουν τυλιγμένος, -η
είχατε τυλιχτεί
ήσαστε τυλιγμένοι, -ες
είχε τυλίξει
είχε τυλιγμένο
είχαν τυλίξει
είχαν τυλιγμένο
είχε τυλιχτεί
ήταν τυλιγμένος, -η, -ο
είχαν τυλιχτεί
ήταν τυλιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τυλίγωθα τυλίγουμε, θα τυλίγομεθα τυλίγομαιθα τυλιγόμαστε
θα τυλίγειςθα τυλίγετεθα τυλίγεσαιθα τυλίγεστε, θα τυλιγόσαστε
θα τυλίγειθα τυλίγουν(ε)θα τυλίγεταιθα τυλίγονται
Fut
ur
θα τυλίξωθα τυλίξουμε, θα τυλίξομεθα τυλιχτώθα τυλιχτούμε
θα τυλίξειςθα τυλίξετεθα τυλιχτείςθα τυλιχτείτε
θα τυλίξειθα τυλίξουν(ε)θα τυλιχτείθα τυλιχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τυλίξει
θα έχω τυλιγμένο
θα έχουμε τυλίξει
θα έχουμε τυλιγμένο
θα έχω τυλιχτεί
θα είμαι τυλιγμένος, -η
θα έχουμε τυλιχτεί
θα είμαστε τυλιγμένοι, -ες
θα έχεις τυλίξει
θα έχεις τυλιγμένο
θα έχετε τυλίξει
θα έχετε τυλιγμένο
θα έχεις τυλιχτεί
θα είσαι τυλιγμένος, -η
θα έχετε τυλιχτεί
θα είστε τυλιγμένοι, -ες
θα έχει τυλίξει
θα έχει τυλιγμένο
θα έχουν τυλίξει
θα έχουν τυλιγμένο
θα έχει τυλιχτεί
θα είναι τυλιγμένος, -η, -ο
θα έχουν τυλιχτεί
θα είναι τυλιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τυλίγωνα τυλίγουμε, να τυλίγομενα τυλίγομαινα τυλιγόμαστε
να τυλίγειςνα τυλίγετενα τυλίγεσαινα τυλίγεστε, να τυλιγόσαστε
να τυλίγεινα τυλίγουν(ε)να τυλίγεταινα τυλίγονται
Aoristνα τυλίξωνα τυλίξουμε, να τυλίξομενα τυλιχτώνα τυλιχτούμε
να τυλίξειςνα τυλίξετενα τυλιχτείςνα τυλιχτείτε
να τυλίξεινα τυλίξουν(ε)να τυλιχτείνα τυλιχτούν(ε)
Perfνα έχω τυλίξει
να έχω τυλιγμένο
να έχουμε τυλίξει
να έχουμε τυλιγμένο
να έχω τυλιχτεί
να είμαι τυλιγμένος, -η
να έχουμε τυλιχτεί
να είμαστε τυλιγμένοι, -ες
να έχεις τυλίξει
να έχεις τυλιγμένο
να έχετε τυλίξει
να έχετε τυλιγμένο
να έχεις τυλιχτεί
να είσαι τυλιγμένος, -η
να έχετε τυλιχτεί
να είστε τυλιγμένοι, -ες
να έχει τυλίξει
να έχει τυλιγμένο
να έχουν τυλίξει
να έχουν τυλιγμένο
να έχει τυλιχτεί
να είναι τυλιγμένος, -η, -ο
να έχουν τυλιχτεί
να είναι τυλιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτύλιγετυλίγετετυλίγεστε
Aoristτύλιξετυλίξτε, τυλίχτετυλίξουτυλιχτείτε
Part
izip
Presτυλίγοντας
Perfέχοντας τυλίξει, έχοντας τυλιγμένοτυλιγμένος, -η, -οτυλιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristτυλίξειτυλιχτεί



Person Wortform
Präsens ich winde
du windest
er, sie, es windet
Präteritum ich wand
Konjunktiv II ich wände
Imperativ Singular winde!
Plural windet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gewunden haben
Alle weiteren Formen: Flexion:winden



Person Wortform
Präsens ich spule
du spulst
er, sie, es spult
Präteritum ich spulte
Konjunktiv II ich spulte
Imperativ Singular spul!
spule!
Plural spult!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gespult haben
Alle weiteren Formen: Flexion:spulen












Griechische Definition zu τυλίγω

τυλίγω [tilíγo] -ομαι : 1. γυρίζω κτ. πολλές φορές γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα. ANT ξετυλίγω: τυλίγω την κλωστή / την ταινία στο καρούλι. Tύλιξε το νήμα κουβάρι. τυλίγω τα μαλλιά μου στα ρολά, για να τα κατσαρώσω. τυλίγω το χαρτί / το χαλί, το κάνω ρολό. Tα αρχαία χειρόγραφα ήταν τυλιγμένα σε κυλίνδρους. || Tο φίδι τυλίχτηκε στο δέντρο, τύλιξε το σώμα του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τυλίγω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15