συνδέω Verb  [sindeo, sintheo, syndew]

  Verb
(6)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu συνδέω

συνδέω (λόγιο) altgriechisch συνδέω ("δένω μαζί"). Συγχρονικά αναλύεται σε συν- + δέω (>δένω)


GriechischDeutsch
Θυμάμαι αυτά τα λόγια και, χωρίς να τα συνδέω με την έκθεση Kacin, ευελπιστώ ότι αυτή η έκκληση έχει φτάσει στα αυτιά του λαού του.Ich erinnere an diese Worte und hoffe, ohne diese mit dem Bericht Kacin zu verbinden, dass dieser Appell von seinem Volk gehört worden ist.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu συνδέω


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνδέω, deno">δένωσυνδέουμε, συνδέομεσυνδέομαισυνδεόμαστε
συνδέειςσυνδέετεσυνδέεσαισυνδέεστε, συνδεόσαστε
συνδέεισυνδέουν(ε)συνδέεταισυνδέονται
Imper
fekt
συνέδεασυνδέαμεσυνδεόμουν(α)συνδεόμαστε
συνέδεεςσυνδέατεσυνδεόσουν(α)συνδεόσαστε
συνέδεεσυνέδεαν, συνδέαν(ε)συνδεόταν(ε)συνδέονταν
Aoristσυνέδεσα, σύνδεσασυνδέσαμεσυνδέθηκασυνδεθήκαμε
συνέδεσες, σύνδεσεςσυνδέσατεσυνδέθηκεςσυνδεθήκατε
συνέδεσε, σύνδεσεσυνέδεσαν, συνδέσαν(ε)συνδέθηκεσυνδέθηκαν, συνδεθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω συνδέσει
έχω συνδεμένο
έχουμε συνδέσει
έχουμε συνδεμένο
έχω συνδεθεί
είμαι συνδεμένος, -η
έχουμε συνδεθεί
είμαστε συνδεμένοι, -ες
έχεις συνδέσει
έχεις συνδεμένο
έχετε συνδέσει
έχετε συνδεμένο
έχεις συνδεθεί
είσαι συνδεμένος, -η
έχετε συνδεθεί
είστε συνδεμένοι, -ες
έχει συνδέσει
έχει συνδεμένο
έχουν συνδέσει
έχουν συνδεμένο
έχει συνδεθεί
είναι συνδεμένος, -η, -ο
έχουν συνδεθεί
είναι συνδεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα συνδέσει
είχα συνδεμένο
είχαμε συνδέσει
είχαμε συνδεμένο
είχα συνδεθεί
ήμουν συνδεμένος, -η
είχαμε συνδεθεί
ήμαστε συνδεμένοι, -ες
είχες συνδέσει
είχες συνδεμένο
είχατε συνδέσει
είχατε συνδεμένο
είχες συνδεθεί
ήσουν συνδεμένος, -η
είχατε συνδεθεί
ήσαστε συνδεμένοι, -ες
είχε συνδέσει
είχε συνδεμένο
είχαν συνδέσει
είχαν συνδεμένο
είχε συνδεθεί
ήταν συνδεμένος, -η, -ο
είχαν συνδεθεί
ήταν συνδεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνδέωθα συνδέουμε, θα συνδέομεθα συνδέομαιθα συνδεόμαστε
θα συνδέειςθα συνδέετεθα συνδέεσαιθα συνδέεστε θα συνδεόσαστε
θα συνδέειθα συνδέουν(ε)θα συνδέεταιθα συνδέονται
Fut
ur
θα συνδέσωθα συνδέσουμε, θα συνδέσομεθα συνδεθώθα συνδεθούμε
θα συνδέσειςθα συνδέσετεθα συνδεθείςθα συνδεθείτε
θα συνδέσειθα συνδέσουν(ε)θα συνδεθείθα συνδεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνδέσει
θα έχω συνδεμένο
θα έχουμε συνδέσει
θα έχουμε συνδεμένο
θα έχω συνδεθεί
θα είμαι συνδεμένος, -η
θα έχουμε συνδεθεί
θα είμαστε συνδεμένοι, -ες
θα έχεις συνδέσει
θα έχεις συνδεμένο
θα έχετε συνδέσει
θα έχετε συνδεμένο
θα έχεις συνδεθεί
θα είσαι συνδεμένος, -η
θα έχετε συνδεθεί
θα είστε συνδεμένοι, -ες
θα έχει συνδέσει
θα έχει συνδεμένο
θα έχουν συνδέσει
θα έχουν συνδεμένο
θα έχει συνδεθεί
θα είναι συνδεμένος, -η, -ο
θα έχουν συνδεθεί
θα είναι συνδεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνδέωνα συνδέουμε, να συνδέομενα συνδέομαινα συνδεόμαστε
να συνδέειςνα συνδέετενα συνδέεσαινα συνδέεστε, να συνδεόσαστε
να συνδέεινα συνδέουν(ε)να συνδέεταινα συνδέονται
Aoristνα συνδέσωνα συνδέσουμε, να συνδέσομενα συνδεθώνα συνδεθούμε
να συνδέσειςνα συνδέσετενα συνδεθείςνα συνδεθείτε
να συνδέσεινα συνδέσουν(ε)να συνδεθείνα συνδεθούν(ε)
Perfνα έχω συνδέσει
να έχω συνδεμένο
να έχουμε συνδέσει
να έχουμε συνδεμένο
να έχω συνδεθεί
να είμαι συνδεμένος, -η
να έχουμε συνδεθεί
να είμαστε συνδεμένοι, -ες
να έχεις συνδέσει
να έχεις συνδεμένο
να έχετε συνδέσει
να έχετε συνδεμένο
να έχεις συνδεθεί
να είσαι συνδεμένος, -η
να έχετε συνδεθεί
να είστε συνδεμένοι, -ες
να έχει συνδέσει
να έχει συνδεμένο
να έχουν συνδέσει
να έχουν συνδεμένο
να έχει συνδεθεί
να είναι συνδεμένος, -η, -ο
να έχουν συνδεθεί
να είναι συνδεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσύνδεεσυνδέετεσυνδέεστε
Aoristσύνδεσεσυνδέσετε, συνδέστεσυνδέσουσυνδεθείτε
Part
izip
Presσυνδέοντας
Perfέχοντας συνδέσει, έχοντας συνδεμένοσυνδεμένος, -η, -οσυνδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυνδέσεισυνδεθεί

















Griechische Definition zu συνδέω

συνδέω [sinδéo] -ομαι Ρ πρτ. συνέδεα, αόρ. συνέδεσα και σύνδεσα, απαρέμφ. συνδέσει, παθ. αόρ. συνδέθηκα, απαρέμφ. συνδεθεί, μππ. συνδεμένος και συνδεδεμένος* : I1α.ενώνω δύο ή περισσότερα στοιχεία μεταξύ τους, φέρνοντας το ένα σε άμεση επαφή με το άλλο: συνδέω τα δύο σκοινιά με έναν κόμπο. συνδέω τα κομμάτια της βιβλιοθήκης με βίδες / με κόλλα. συνδέω τα τμήματα μιας μηχανής, συναρμολογώ. β. ενώνω έναν αγωγό με το δίκτυο, από το οποίο τροφοδοτείται: συνδέω το καλώδιο / τη συσκευή με το ρεύμα. || Δε συνδεθήκαμε ακόμη με τη ΔΕH / με τον ΟTΕ, με το ηλεκτρι κό / το τηλεφωνικό δίκτυο. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback