verlinken
 Verb

συνδέω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wir schieben es in den Speicher und verlinken es von dort mit dem System.Μπορούμε να το τρέξουμε στην μνήμη και να συνδεθούμε οπουδήποτε στο σύστημα από εκεί.

Übersetzung nicht bestätigt

Sir, wir haben zwei Computer gefunden, beide verlinken auf ein Netzwerk.Προσπαθούσε να σβήσει αρχεία.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich könnte ein Grafik-Programm einrichten, und Sie verlinken, in Echtzeit.Μπορώ να στήσω ένα πρόγραμμα και να σε συνδέσω, σε πραγματικό χρόνο.

Übersetzung nicht bestätigt

Hier verlinken wir uns mit den Avataren.Εδώ συνδεόμαστε με τα άβαταρ.

Übersetzung nicht bestätigt

Deshalb haben die mir den Job angeboten, um mich mit Tommys Avatar zu verlinken. Ist schweineteuer so ein Ding.Γιατί μπορώ να συνδεθώ με το άβαταρ του Tόμι... που είναι πανάκριβο.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik





AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνδέω, deno">δένωσυνδέουμε, συνδέομεσυνδέομαισυνδεόμαστε
συνδέειςσυνδέετεσυνδέεσαισυνδέεστε, συνδεόσαστε
συνδέεισυνδέουν(ε)συνδέεταισυνδέονται
Imper
fekt
συνέδεασυνδέαμεσυνδεόμουν(α)συνδεόμαστε
συνέδεεςσυνδέατεσυνδεόσουν(α)συνδεόσαστε
συνέδεεσυνέδεαν, συνδέαν(ε)συνδεόταν(ε)συνδέονταν
Aoristσυνέδεσα, σύνδεσασυνδέσαμεσυνδέθηκασυνδεθήκαμε
συνέδεσες, σύνδεσεςσυνδέσατεσυνδέθηκεςσυνδεθήκατε
συνέδεσε, σύνδεσεσυνέδεσαν, συνδέσαν(ε)συνδέθηκεσυνδέθηκαν, συνδεθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω συνδέσει
έχω συνδεμένο
έχουμε συνδέσει
έχουμε συνδεμένο
έχω συνδεθεί
είμαι συνδεμένος, -η
έχουμε συνδεθεί
είμαστε συνδεμένοι, -ες
έχεις συνδέσει
έχεις συνδεμένο
έχετε συνδέσει
έχετε συνδεμένο
έχεις συνδεθεί
είσαι συνδεμένος, -η
έχετε συνδεθεί
είστε συνδεμένοι, -ες
έχει συνδέσει
έχει συνδεμένο
έχουν συνδέσει
έχουν συνδεμένο
έχει συνδεθεί
είναι συνδεμένος, -η, -ο
έχουν συνδεθεί
είναι συνδεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα συνδέσει
είχα συνδεμένο
είχαμε συνδέσει
είχαμε συνδεμένο
είχα συνδεθεί
ήμουν συνδεμένος, -η
είχαμε συνδεθεί
ήμαστε συνδεμένοι, -ες
είχες συνδέσει
είχες συνδεμένο
είχατε συνδέσει
είχατε συνδεμένο
είχες συνδεθεί
ήσουν συνδεμένος, -η
είχατε συνδεθεί
ήσαστε συνδεμένοι, -ες
είχε συνδέσει
είχε συνδεμένο
είχαν συνδέσει
είχαν συνδεμένο
είχε συνδεθεί
ήταν συνδεμένος, -η, -ο
είχαν συνδεθεί
ήταν συνδεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνδέωθα συνδέουμε, θα συνδέομεθα συνδέομαιθα συνδεόμαστε
θα συνδέειςθα συνδέετεθα συνδέεσαιθα συνδέεστε θα συνδεόσαστε
θα συνδέειθα συνδέουν(ε)θα συνδέεταιθα συνδέονται
Fut
ur
θα συνδέσωθα συνδέσουμε, θα συνδέσομεθα συνδεθώθα συνδεθούμε
θα συνδέσειςθα συνδέσετεθα συνδεθείςθα συνδεθείτε
θα συνδέσειθα συνδέσουν(ε)θα συνδεθείθα συνδεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνδέσει
θα έχω συνδεμένο
θα έχουμε συνδέσει
θα έχουμε συνδεμένο
θα έχω συνδεθεί
θα είμαι συνδεμένος, -η
θα έχουμε συνδεθεί
θα είμαστε συνδεμένοι, -ες
θα έχεις συνδέσει
θα έχεις συνδεμένο
θα έχετε συνδέσει
θα έχετε συνδεμένο
θα έχεις συνδεθεί
θα είσαι συνδεμένος, -η
θα έχετε συνδεθεί
θα είστε συνδεμένοι, -ες
θα έχει συνδέσει
θα έχει συνδεμένο
θα έχουν συνδέσει
θα έχουν συνδεμένο
θα έχει συνδεθεί
θα είναι συνδεμένος, -η, -ο
θα έχουν συνδεθεί
θα είναι συνδεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνδέωνα συνδέουμε, να συνδέομενα συνδέομαινα συνδεόμαστε
να συνδέειςνα συνδέετενα συνδέεσαινα συνδέεστε, να συνδεόσαστε
να συνδέεινα συνδέουν(ε)να συνδέεταινα συνδέονται
Aoristνα συνδέσωνα συνδέσουμε, να συνδέσομενα συνδεθώνα συνδεθούμε
να συνδέσειςνα συνδέσετενα συνδεθείςνα συνδεθείτε
να συνδέσεινα συνδέσουν(ε)να συνδεθείνα συνδεθούν(ε)
Perfνα έχω συνδέσει
να έχω συνδεμένο
να έχουμε συνδέσει
να έχουμε συνδεμένο
να έχω συνδεθεί
να είμαι συνδεμένος, -η
να έχουμε συνδεθεί
να είμαστε συνδεμένοι, -ες
να έχεις συνδέσει
να έχεις συνδεμένο
να έχετε συνδέσει
να έχετε συνδεμένο
να έχεις συνδεθεί
να είσαι συνδεμένος, -η
να έχετε συνδεθεί
να είστε συνδεμένοι, -ες
να έχει συνδέσει
να έχει συνδεμένο
να έχουν συνδέσει
να έχουν συνδεμένο
να έχει συνδεθεί
να είναι συνδεμένος, -η, -ο
να έχουν συνδεθεί
να είναι συνδεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσύνδεεσυνδέετεσυνδέεστε
Aoristσύνδεσεσυνδέσετε, συνδέστεσυνδέσουσυνδεθείτε
Part
izip
Presσυνδέοντας
Perfέχοντας συνδέσει, έχοντας συνδεμένοσυνδεμένος, -η, -οσυνδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυνδέσεισυνδεθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback