στρώνω  Verb  [strono, strwnw]

Ähnliche Bedeutung wie στρώνω


Beispielsätze στρώνω

... χωρικοί από φόβο και με τη χειρονομία του καλώς ορίσατε τούς υποδέχτηκαν στρώνοντας κλαδιά μερίκας τούς δρόμους. Το γεγονός αυτό έφερναν ως παράδειγμα οι ...

... Χριστουγέννων το βράδυ, η νοικοκυρά ανάβει την καντήλα στο εικονοστάσι και στρώνει το νηστίσιμο τραπέζι που περιλαμβάνει κολυβόζωμο, νερόβραστα φασόλια, φρούτα ...

... εικονίζει διάφορα εκκλησιαστικά σχέδια. Ήταν συνήθεια για την παλιά εποχή, να στρώνουν τις αυλές και τα πατώματα σπιτιών και εκκλησιών με βότσαλα, και θαλασσινό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ausbreiten

... Ein kleiner Waldbrand kann sich leicht ausbreiten und schnell ein großer Flächenbrand werden. ...

... Lass uns die Karte auf dem Tisch ausbreiten und darüber reden. ...

... Der Schall benötigt Materie, um sich ausbreiten zu können, Weltraumrauschen oder elektromagnetische Wellen aber nicht. ...

Quelle: MUIRIEL, xtofu80, raggione

Grammatik


ΣΤΡΩΝΩ
I spread
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στρώνωστρώνουμε, στρώνομεστρώνομαιστρωνόμαστε
στρώνειςστρώνετεστρώνεσαιστρώνεστε, στρωνόσαστε
στρώνειστρώνουν(ε)στρώνεταιστρώνονται
Imper
fekt
έστρωναστρώναμεστρωνόμουν(α)στρωνόμαστε, στρωνόμασταν
έστρωνεςστρώνατεστρωνόσουν(α)στρωνόσαστε, στρωνόσασταν
έστρωνεέστρωναν, στρώναν(ε)στρωνόταν(ε)στρώνονταν, στρωνόντανε, στρωνόντουσαν
Aoristέστρωσαστρώσαμεστρώθηκαστρωθήκαμε
έστρωσεςστρώσατεστρώθηκεςστρωθήκατε
έστρωσεέστρωσαν, στρώσαν(ε)στρώθηκεστρώθηκαν, στρωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω στρώσει
έχω στρωμένο
έχουμε στρώσει
έχουμε στρωμένο
έχω στρωθεί
είμαι στρωμένος, -η
έχουμε στρωθεί
είμαστε στρωμένοι, -ες
έχεις στρώσει
έχεις στρωμένο
έχετε στρώσει
έχετε στρωμένο
έχεις στρωθεί
είσαι στρωμένος, -η
έχετε στρωθεί
είστε στρωμένοι, -ες
έχει στρώσει
έχει στρωμένο
έχουν στρώσει
έχουν στρωμένο
έχει στρωθεί
είναι στρωμένος, -η, -ο
έχουν στρωθεί
είναι στρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα στρώσει
είχα στρωμένο
είχαμε στρώσει
είχαμε στρωμένο
είχα στρωθεί
ήμουν στρωμένος, -η
είχαμε στρωθεί
ήμαστε στρωμένοι, -ες
είχες στρώσει
είχες στρωμένο
είχατε στρώσει
είχατε στρωμένο
είχες στρωθεί
ήσουν στρωμένος, -η
είχατε στρωθεί
ήσαστε στρωμένοι, -ες
είχε στρώσει
είχε στρωμένο
είχαν στρώσει
είχαν στρωμένο
είχε στρωθεί
ήταν στρωμένος, -η, -ο
είχαν στρωθεί
ήταν στρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στρώνωθα στρώνουμε, θα στρώνομεθα στρώνομαιθα στρωνόμαστε
θα στρώνειςθα στρώνετεθα στρώνεσαιθα στρώνεστε, θα στρωνόσαστε
θα στρώνειθα στρώνουν(ε)θα στρώνεταιθα στρώνονται
Fut
ur
θα στρώσωθα στρώσουμε, θα στρώσομεθα στρωθώθα στρωθούμε
θα στρώσειςθα στρώσετεθα στρωθείςθα στρωθείτε
θα στρώσειθα στρώσουνθα στρωθείθα στρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στρώσει
θα έχω στρωμένο
θα έχουμε στρώσει
θα έχουμε στρωμένο
θα έχω στρωθεί
θα είμαι στρωμένος, -η
θα έχουμε στρωθεί
θα είμαστε στρωμένοι, -ες
θα έχεις στρώσει
θα έχεις στρωμένο
θα έχετε στρώσει
θα έχετε στρωμένο
θα έχεις στρωθεί
θα είσαι στρωμένος, -η
θα έχετε στρωθεί
θα είστε στρωμένοι, -ες
θα έχει στρώσει
θα έχει στρωμένο
θα έχουν στρώσει
θα έχουν στρωμένο
θα έχει στρωθεί
θα είναι στρωμένος, -η, -ο
θα έχουν στρωθεί
θα είναι στρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στρώνωνα στρώνουμε, να στρώνομενα στρώνομαινα στρωνόμαστε
να στρώνειςνα στρώνετενα στρώνεσαινα στρώνεστε, να στρωνόσαστε
να στρώνεινα στρώνουν(ε)να στρώνεταινα στρώνονται
Aoristνα στρώσωνα στρώσουμε, να στρώσομενα στρωθώνα στρωθούμε
να στρώσειςνα στρώσετενα στρωθείςνα στρωθείτε
να στρώσεινα στρώσουν(ε)να στρωθείνα στρωθούν(ε)
Perfνα έχω στρώσει
να έχω στρωμένο
να έχουμε στρώσει
να έχουμε στρωμένο
να έχω στρωθεί
να είμαι στρωμένος, -η
να έχουμε στρωθεί
να είμαστε στρωμένοι, -ες
να έχεις στρώσει
να έχεις στρωμένο
να έχετε στρώσει
να έχετε στρωμένο
να έχεις στρωθεί
να είσαι στρωμένος, -η
να έχετε στρωθεί
να είστε στρωμένοι, -ες
να έχει στρώσει
να έχει στρωμένο
να έχουν στρώσει
να έχουν στρωμένο
να έχει στρωθεί
να είναι στρωμένος, -η, -ο
να έχουν στρωθεί
να είναι στρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστρώνεστρώνετεστρώνεστε
Aoristστρώσεστρώστε, στρώσετεστρώσουστρωθείτε
Part
izip
Presστρώνοντας
Perfέχοντας στρώσει, έχοντας στρωμένοστρωμένος, -η, -οστρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristστρώσειστρωθεί









Person Wortform
Präsens ich decke
du deckst
er, sie, es deckt
Präteritum ich deckte
Konjunktiv II ich deckte
Imperativ Singular decke!
deck!
Plural deckt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedeckt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:decken


Griechische Definition zu στρώνω

στρώνω [stróno] -ομαι : I1.απλώνω κτ. (ένα αντικείμενο, ένα υλικό) επάνω σε μια εκτεταμένη επιφάνεια και την καλύπτω: στρώνω το χαλί / το τραπεζομάντιλο. στρώνω το δρόμο με άσφαλτο / με πλάκες. Έστρωσαν στο πάτωμα εφημερίδες για να βάψουν τους τοίχους. (έκφρ.) το ΄στρωσε (το χιόνι), όταν το χιόνι καλύπτει την επιφάνεια του εδάφους σχηματίζοντας ένα στρώμα. στρώνω σε κπ. (κόκκινο) χαλί* (για να περάσει). στρώνω το χαλί* σε κπ. || (ειδικότ.) στρώνω (το κρεβάτι), τοποθετώ ή τακτοποιώ τα σκεπάσματα, τα στρωσίδια στο κρεβάτι, ώστε να είναι έτοιμο για κατάκλιση. στρώνω το τραπέ ζι, τοποθετώ τραπεζομάντιλο και τα απαραίτητα σκεύη (σερβίτσια κτλ.), ώστε να είναι έτοιμο για φαγητό. ΦΡ βρήκε στρωμένο τραπέζι*. ΠAΡ Όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς, αντίστοιχα με τον κόπο, με την προσπάθεια που καταβάλλεται, είναι τα αποτελέσματα, οι επιτυχίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στρώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15