ausbreiten
 Verb

στρώνω Verb
(0)
ξαπλώνω Verb
(0)
απλώνω Verb
(0)
εξαπλώνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wunderbar, sich in so einem Bett ausbreiten zu können.Είναι υπέροχο να μπορείς να απλώνεσαι στο κρεββάτι σαν την σβάστικα.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn sie nicht länger von den Wänden des Canyons eingeschlossen werden und sich in der Talebene ungehemmt ausbreiten können, werden sie sich in für uns lebensbedrohlicher Geschwindigkeit vermehren.Όταν δεν θα περιορίζεται πλέον, από τα τείχη του φαραγγιού, όταν θα ξεσπάσουν πάνω στην ανοιχτή κοιλάδα, ο πολλαπλασιασμός τους θα είναι τρομαχτικός.

Übersetzung nicht bestätigt

Dieser Vorrat wird explodieren und sich überall hin ausbreiten, wo Benzin, oder eben Sonnenlicht, hingelangen kann.Θα εκραγεί και θα εξαπλωθεί σε κάθε μέρος που αγγίζει ο ήλιος.

Übersetzung nicht bestätigt

Bekäme sie Kinder, würde das Böse sich ausbreiten wie eine böses Geschwür.Αν πρόκειται να παντρευτεί και να γεννήσει παιδιά το κακό των Άσερ θα εξαπλωθεί και εσύ, ως κακοήθης καρκίνος ...

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn wir sie jetzt entkommen lassen... wird sich diese Seuche im ganzen Reich ausbreiten.Αν τους επιτρέψουμε να ξεφύγουν τώρα... θα έχουμε τα ίδια σ' όλη την αυτοκρατορία.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
Noch keine deutschen Synonyme.
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στρώνωστρώνουμε, στρώνομεστρώνομαιστρωνόμαστε
στρώνειςστρώνετεστρώνεσαιστρώνεστε, στρωνόσαστε
στρώνειστρώνουν(ε)στρώνεταιστρώνονται
Imper
fekt
έστρωναστρώναμεστρωνόμουν(α)στρωνόμαστε, στρωνόμασταν
έστρωνεςστρώνατεστρωνόσουν(α)στρωνόσαστε, στρωνόσασταν
έστρωνεέστρωναν, στρώναν(ε)στρωνόταν(ε)στρώνονταν, στρωνόντανε, στρωνόντουσαν
Aoristέστρωσαστρώσαμεστρώθηκαστρωθήκαμε
έστρωσεςστρώσατεστρώθηκεςστρωθήκατε
έστρωσεέστρωσαν, στρώσαν(ε)στρώθηκεστρώθηκαν, στρωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω στρώσει
έχω στρωμένο
έχουμε στρώσει
έχουμε στρωμένο
έχω στρωθεί
είμαι στρωμένος, -η
έχουμε στρωθεί
είμαστε στρωμένοι, -ες
έχεις στρώσει
έχεις στρωμένο
έχετε στρώσει
έχετε στρωμένο
έχεις στρωθεί
είσαι στρωμένος, -η
έχετε στρωθεί
είστε στρωμένοι, -ες
έχει στρώσει
έχει στρωμένο
έχουν στρώσει
έχουν στρωμένο
έχει στρωθεί
είναι στρωμένος, -η, -ο
έχουν στρωθεί
είναι στρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα στρώσει
είχα στρωμένο
είχαμε στρώσει
είχαμε στρωμένο
είχα στρωθεί
ήμουν στρωμένος, -η
είχαμε στρωθεί
ήμαστε στρωμένοι, -ες
είχες στρώσει
είχες στρωμένο
είχατε στρώσει
είχατε στρωμένο
είχες στρωθεί
ήσουν στρωμένος, -η
είχατε στρωθεί
ήσαστε στρωμένοι, -ες
είχε στρώσει
είχε στρωμένο
είχαν στρώσει
είχαν στρωμένο
είχε στρωθεί
ήταν στρωμένος, -η, -ο
είχαν στρωθεί
ήταν στρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στρώνωθα στρώνουμε, θα στρώνομεθα στρώνομαιθα στρωνόμαστε
θα στρώνειςθα στρώνετεθα στρώνεσαιθα στρώνεστε, θα στρωνόσαστε
θα στρώνειθα στρώνουν(ε)θα στρώνεταιθα στρώνονται
Fut
ur
θα στρώσωθα στρώσουμε, θα στρώσομεθα στρωθώθα στρωθούμε
θα στρώσειςθα στρώσετεθα στρωθείςθα στρωθείτε
θα στρώσειθα στρώσουνθα στρωθείθα στρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στρώσει
θα έχω στρωμένο
θα έχουμε στρώσει
θα έχουμε στρωμένο
θα έχω στρωθεί
θα είμαι στρωμένος, -η
θα έχουμε στρωθεί
θα είμαστε στρωμένοι, -ες
θα έχεις στρώσει
θα έχεις στρωμένο
θα έχετε στρώσει
θα έχετε στρωμένο
θα έχεις στρωθεί
θα είσαι στρωμένος, -η
θα έχετε στρωθεί
θα είστε στρωμένοι, -ες
θα έχει στρώσει
θα έχει στρωμένο
θα έχουν στρώσει
θα έχουν στρωμένο
θα έχει στρωθεί
θα είναι στρωμένος, -η, -ο
θα έχουν στρωθεί
θα είναι στρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στρώνωνα στρώνουμε, να στρώνομενα στρώνομαινα στρωνόμαστε
να στρώνειςνα στρώνετενα στρώνεσαινα στρώνεστε, να στρωνόσαστε
να στρώνεινα στρώνουν(ε)να στρώνεταινα στρώνονται
Aoristνα στρώσωνα στρώσουμε, να στρώσομενα στρωθώνα στρωθούμε
να στρώσειςνα στρώσετενα στρωθείςνα στρωθείτε
να στρώσεινα στρώσουν(ε)να στρωθείνα στρωθούν(ε)
Perfνα έχω στρώσει
να έχω στρωμένο
να έχουμε στρώσει
να έχουμε στρωμένο
να έχω στρωθεί
να είμαι στρωμένος, -η
να έχουμε στρωθεί
να είμαστε στρωμένοι, -ες
να έχεις στρώσει
να έχεις στρωμένο
να έχετε στρώσει
να έχετε στρωμένο
να έχεις στρωθεί
να είσαι στρωμένος, -η
να έχετε στρωθεί
να είστε στρωμένοι, -ες
να έχει στρώσει
να έχει στρωμένο
να έχουν στρώσει
να έχουν στρωμένο
να έχει στρωθεί
να είναι στρωμένος, -η, -ο
να έχουν στρωθεί
να είναι στρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστρώνεστρώνετεστρώνεστε
Aoristστρώσεστρώστε, στρώσετεστρώσουστρωθείτε
Part
izip
Presστρώνοντας
Perfέχοντας στρώσει, έχοντας στρωμένοστρωμένος, -η, -οστρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristστρώσειστρωθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξαπλώνωξαπλώνουμε, ξαπλώνομεξαπλώνομαιξαπλωνόμαστε
ξαπλώνειςξαπλώνετεξαπλώνεσαιξαπλώνεστε, ξαπλωνόσαστε
ξαπλώνειξαπλώνουν(ε)ξαπλώνεταιξαπλώνονται
Imper
fekt
ξάπλωναξαπλώναμεξαπλωνόμουν(α)ξαπλωνόμαστε, ξαπλωνόμασταν
ξάπλωνεςξαπλώνατεξαπλωνόσουν(α)ξαπλωνόσαστε, ξαπλωνόσασταν
ξάπλωνεξάπλωναν, ξαπλώναν(ε)ξαπλωνόταν(ε)ξαπλώνονταν, ξαπλωνόντανε, ξαπλωνόντουσαν
Aoristξάπλωσαξαπλώσαμεξαπλώθηκαξαπλωθήκαμε
ξάπλωσεςξαπλώσατεξαπλώθηκεςξαπλωθήκατε
ξάπλωσεξάπλωσαν, ξαπλώσαν(ε)ξαπλώθηκεξαπλώθηκαν, ξαπλωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ξαπλώσει
έχω ξαπλωμένο
έχουμε ξαπλώσει
έχουμε ξαπλωμένο
έχω ξαπλωθεί
είμαι ξαπλωμένος, -η
έχουμε ξαπλωθεί
είμαστε ξαπλωμένοι, -ες
έχεις ξαπλώσει
έχεις ξαπλωμένο
έχετε ξαπλώσει
έχετε ξαπλωμένο
έχεις ξαπλωθεί
είσαι ξαπλωμένος, -η
έχετε ξαπλωθεί
είστε ξαπλωμένοι, -ες
έχει ξαπλώσει
έχει ξαπλωμένο
έχουν ξαπλώσει
έχουν ξαπλωμένο
έχει ξαπλωθεί
είναι ξαπλωμένος, -η, -ο
έχουν ξαπλωθεί
είναι ξαπλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ξαπλώσει
είχα ξαπλωμένο
είχαμε ξαπλώσει
είχαμε ξαπλωμένο
είχα ξαπλωθεί
ήμουν ξαπλωμένος, -η
είχαμε ξαπλωθεί
ήμαστε ξαπλωμένοι, -ες
είχες ξαπλώσει
είχες ξαπλωμένο
είχατε ξαπλώσει
είχατε ξαπλωμένο
είχες ξαπλωθεί
ήσουν ξαπλωμένος, -η
είχατε ξαπλωθεί
ήσαστε ξαπλωμένοι, -ες
είχε ξαπλώσει
είχε ξαπλωμένο
είχαν ξαπλώσει
είχαν ξαπλωμένο
είχε ξαπλωθεί
ήταν ξαπλωμένος, -η, -ο
είχαν ξαπλωθεί
ήταν ξαπλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξαπλώνωθα ξαπλώνουμε, θα ξαπλώνομεθα ξαπλώνομαιθα ξαπλωνόμαστε
θα ξαπλώνειςθα ξαπλώνετεθα ξαπλώνεσαιθα ξαπλώνεστε, θα ξαπλωνόσαστε
θα ξαπλώνειθα ξαπλώνουν(ε)θα ξαπλώνεταιθα ξαπλώνονται
Fut
ur
θα ξαπλώσωθα ξαπλώσουμε, θα ξαπλώσομεθα ξαπλωθώθα ξαπλωθούμε
θα ξαπλώσειςθα ξαπλώσετεθα ξαπλωθείςθα ξαπλωθείτε
θα ξαπλώσειθα ξαπλώσουνθα ξαπλωθείθα ξαπλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξαπλώσει
θα έχω ξαπλωμένο
θα έχουμε ξαπλώσει
θα έχουμε ξαπλωμένο
θα έχω ξαπλωθεί
θα είμαι ξαπλωμένος, -η
θα έχουμε ξαπλωθεί
θα είμαστε ξαπλωμένοι, -ες
θα έχεις ξαπλώσει
θα έχεις ξαπλωμένο
θα έχετε ξαπλώσει
θα έχετε ξαπλωμένο
θα έχεις ξαπλωθεί
θα είσαι ξαπλωμένος, -η
θα έχετε ξαπλωθεί
θα είστε ξαπλωμένοι, -ες
θα έχει ξαπλώσει
θα έχει ξαπλωμένο
θα έχουν ξαπλώσει
θα έχουν ξαπλωμένο
θα έχει ξαπλωθεί
θα είναι ξαπλωμένος, -η, -ο
θα έχουν ξαπλωθεί
θα είναι ξαπλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξαπλώνωνα ξαπλώνουμε, να ξαπλώνομενα ξαπλώνομαινα ξαπλωνόμαστε
να ξαπλώνειςνα ξαπλώνετενα ξαπλώνεσαινα ξαπλώνεστε, να ξαπλωνόσαστε
να ξαπλώνεινα ξαπλώνουν(ε)να ξαπλώνεταινα ξαπλώνονται
Aoristνα ξαπλώσωνα ξαπλώσουμε, να ξαπλώσομενα ξαπλωθώνα ξαπλωθούμε
να ξαπλώσειςνα ξαπλώσετενα ξαπλωθείςνα ξαπλωθείτε
να ξαπλώσεινα ξαπλώσουν(ε)να ξαπλωθείνα ξαπλωθούν(ε)
Perfνα έχω ξαπλώσει
να έχω ξαπλωμένο
να έχουμε ξαπλώσει
να έχουμε ξαπλωμένο
να έχω ξαπλωθεί
να είμαι ξαπλωμένος, -η
να έχουμε ξαπλωθεί
να είμαστε ξαπλωμένοι, -ες
να έχεις ξαπλώσει
να έχεις ξαπλωμένο
να έχετε ξαπλώσει
να έχετε ξαπλωμένο
να έχεις ξαπλωθεί
να είσαι ξαπλωμένος, -η
να έχετε ξαπλωθεί
να είστε ξαπλωμένοι, -ες
να έχει ξαπλώσει
να έχει ξαπλωμένο
να έχουν ξαπλώσει
να έχουν ξαπλωμένο
να έχει ξαπλωθεί
να είναι ξαπλωμένος, -η, -ο
να έχουν ξαπλωθεί
να είναι ξαπλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξάπλωνεξαπλώνετεξαπλώνεστε
Aoristξάπλωσεξαπλώστε, ξαπλώσετεξαπλώσουξαπλωθείτε
Part
izip
Presξαπλώνοντας
Perfέχοντας ξαπλώσει, έχοντας ξαπλωμένοξαπλωμένος, -η, -οξαπλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristξαπλώσειξαπλωθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
απλώνωαπλώνουμε, απλώνομεαπλώνομαιαπλωνόμαστε
απλώνειςαπλώνετεαπλώνεσαιαπλώνεστε, απλωνόσαστε
απλώνειαπλώνουν(ε)απλώνεταιαπλώνονται
Imper
fekt
άπλωνααπλώναμεαπλωνόμουν(α)απλωνόμαστε, απλωνόμασταν
άπλωνεςαπλώνατεαπλωνόσουν(α)απλωνόσαστε, απλωνόσασταν
άπλωνεάπλωναν, απλώναν(ε)απλωνόταν(ε)απλώνονταν, απλωνόντανε, απλωνόντουσαν
Aoristάπλωσααπλώσαμεαπλώθηκααπλωθήκαμε
άπλωσεςαπλώσατεαπλώθηκεςαπλωθήκατε
άπλωσεάπλωσαν, απλώσαν(ε)απλώθηκεαπλώθηκαν, απλωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω απλώσει
έχω απλωμένο
έχουμε απλώσει
έχουμε απλωμένο
έχω απλωθεί
είμαι απλωμένος, -η
έχουμε απλωθεί
είμαστε απλωμένοι, -ες
έχεις απλώσει
έχεις απλωμένο
έχετε απλώσει
έχετε απλωμένο
έχεις απλωθεί
είσαι απλωμένος, -η
έχετε απλωθεί
είστε απλωμένοι, -ες
έχει απλώσει
έχει απλωμένο
έχουν απλώσει
έχουν απλωμένο
έχει απλωθεί
είναι απλωμένος, -η, -ο
έχουν απλωθεί
είναι απλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα απλώσει
είχα απλωμένο
είχαμε απλώσει
είχαμε απλωμένο
είχα απλωθεί
ήμουν απλωμένος, -η
είχαμε απλωθεί
ήμαστε απλωμένοι, -ες
είχες απλώσει
είχες απλωμένο
είχατε απλώσει
είχατε απλωμένο
είχες απλωθεί
ήσουν απλωμένος, -η
είχατε απλωθεί
ήσαστε απλωμένοι, -ες
είχε απλώσει
είχε απλωμένο
είχαν απλώσει
είχαν απλωμένο
είχε απλωθεί
ήταν απλωμένος, -η, -ο
είχαν απλωθεί
ήταν απλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα απλώνωθα απλώνουμε, θα απλώνομεθα απλώνομαιθα απλωνόμαστε
θα απλώνειςθα απλώνετεθα απλώνεσαιθα απλώνεστε, θα απλωνόσαστε
θα απλώνειθα απλώνουν(ε)θα απλώνεταιθα απλώνονται
Fut
ur
θα απλώσωθα απλώσουμε, θα απλώσομεθα απλωθώθα απλωθούμε
θα απλώσειςθα απλώσετεθα απλωθείςθα απλωθείτε
θα απλώσειθα απλώσουνθα απλωθείθα απλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω απλώσει
θα έχω απλωμένο
θα έχουμε απλώσει
θα έχουμε απλωμένο
θα έχω απλωθεί
θα είμαι απλωμένος, -η
θα έχουμε απλωθεί
θα είμαστε απλωμένοι, -ες
θα έχεις απλώσει
θα έχεις απλωμένο
θα έχετε απλώσει
θα έχετε απλωμένο
θα έχεις απλωθεί
θα είσαι απλωμένος, -η
θα έχετε απλωθεί
θα είστε απλωμένοι, -ες
θα έχει απλώσει
θα έχει απλωμένο
θα έχουν απλώσει
θα έχουν απλωμένο
θα έχει απλωθεί
θα είναι απλωμένος, -η, -ο
θα έχουν απλωθεί
θα είναι απλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να απλώνωνα απλώνουμε, να απλώνομενα απλώνομαινα απλωνόμαστε
να απλώνειςνα απλώνετενα απλώνεσαινα απλώνεστε, να απλωνόσαστε
να απλώνεινα απλώνουν(ε)να απλώνεταινα απλώνονται
Aoristνα απλώσωνα απλώσουμε, να απλώσομενα απλωθώνα απλωθούμε
να απλώσειςνα απλώσετενα απλωθείςνα απλωθείτε
να απλώσεινα απλώσουν(ε)να απλωθείνα απλωθούν(ε)
Perfνα έχω απλώσει
να έχω απλωμένο
να έχουμε απλώσει
να έχουμε απλωμένο
να έχω απλωθεί
να είμαι απλωμένος, -η
να έχουμε απλωθεί
να είμαστε απλωμένοι, -ες
να έχεις απλώσει
να έχεις απλωμένο
να έχετε απλώσει
να έχετε απλωμένο
να έχεις απλωθεί
να είσαι απλωμένος, -η
να έχετε απλωθεί
να είστε απλωμένοι, -ες
να έχει απλώσει
να έχει απλωμένο
να έχουν απλώσει
να έχουν απλωμένο
να έχει απλωθεί
να είναι απλωμένος, -η, -ο
να έχουν απλωθεί
να είναι απλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάπλωνεαπλώνετεαπλώνεστε
Aoristάπλωσεαπλώστε, απλώσετεαπλώσουαπλωθείτε
Part
izip
Presαπλώνοντας
Perfέχοντας απλώσει, έχοντας απλωμένοαπλωμένος, -η, -οαπλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristαπλώσειαπλωθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback