ξαπλώνω  Verb  [ksaplono, ksaplwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ξαπλώνω


Beispielsätze ξαπλώνω

... Είμαι συνηθισμένος να ξαπλώνω αργά. ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze ausbreiten

... Ein kleiner Waldbrand kann sich leicht ausbreiten und schnell ein großer Flächenbrand werden. ...

... Lass uns die Karte auf dem Tisch ausbreiten und darüber reden. ...

... Der Schall benötigt Materie, um sich ausbreiten zu können, Weltraumrauschen oder elektromagnetische Wellen aber nicht. ...

Quelle: MUIRIEL, xtofu80, raggione

Grammatik


ΞΑΠΛΩΝΩ
I lie down
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξαπλώνωξαπλώνουμε, ξαπλώνομεξαπλώνομαιξαπλωνόμαστε
ξαπλώνειςξαπλώνετεξαπλώνεσαιξαπλώνεστε, ξαπλωνόσαστε
ξαπλώνειξαπλώνουν(ε)ξαπλώνεταιξαπλώνονται
Imper
fekt
ξάπλωναξαπλώναμεξαπλωνόμουν(α)ξαπλωνόμαστε, ξαπλωνόμασταν
ξάπλωνεςξαπλώνατεξαπλωνόσουν(α)ξαπλωνόσαστε, ξαπλωνόσασταν
ξάπλωνεξάπλωναν, ξαπλώναν(ε)ξαπλωνόταν(ε)ξαπλώνονταν, ξαπλωνόντανε, ξαπλωνόντουσαν
Aoristξάπλωσαξαπλώσαμεξαπλώθηκαξαπλωθήκαμε
ξάπλωσεςξαπλώσατεξαπλώθηκεςξαπλωθήκατε
ξάπλωσεξάπλωσαν, ξαπλώσαν(ε)ξαπλώθηκεξαπλώθηκαν, ξαπλωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ξαπλώσει
έχω ξαπλωμένο
έχουμε ξαπλώσει
έχουμε ξαπλωμένο
έχω ξαπλωθεί
είμαι ξαπλωμένος, -η
έχουμε ξαπλωθεί
είμαστε ξαπλωμένοι, -ες
έχεις ξαπλώσει
έχεις ξαπλωμένο
έχετε ξαπλώσει
έχετε ξαπλωμένο
έχεις ξαπλωθεί
είσαι ξαπλωμένος, -η
έχετε ξαπλωθεί
είστε ξαπλωμένοι, -ες
έχει ξαπλώσει
έχει ξαπλωμένο
έχουν ξαπλώσει
έχουν ξαπλωμένο
έχει ξαπλωθεί
είναι ξαπλωμένος, -η, -ο
έχουν ξαπλωθεί
είναι ξαπλωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ξαπλώσει
είχα ξαπλωμένο
είχαμε ξαπλώσει
είχαμε ξαπλωμένο
είχα ξαπλωθεί
ήμουν ξαπλωμένος, -η
είχαμε ξαπλωθεί
ήμαστε ξαπλωμένοι, -ες
είχες ξαπλώσει
είχες ξαπλωμένο
είχατε ξαπλώσει
είχατε ξαπλωμένο
είχες ξαπλωθεί
ήσουν ξαπλωμένος, -η
είχατε ξαπλωθεί
ήσαστε ξαπλωμένοι, -ες
είχε ξαπλώσει
είχε ξαπλωμένο
είχαν ξαπλώσει
είχαν ξαπλωμένο
είχε ξαπλωθεί
ήταν ξαπλωμένος, -η, -ο
είχαν ξαπλωθεί
ήταν ξαπλωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξαπλώνωθα ξαπλώνουμε, θα ξαπλώνομεθα ξαπλώνομαιθα ξαπλωνόμαστε
θα ξαπλώνειςθα ξαπλώνετεθα ξαπλώνεσαιθα ξαπλώνεστε, θα ξαπλωνόσαστε
θα ξαπλώνειθα ξαπλώνουν(ε)θα ξαπλώνεταιθα ξαπλώνονται
Fut
ur
θα ξαπλώσωθα ξαπλώσουμε, θα ξαπλώσομεθα ξαπλωθώθα ξαπλωθούμε
θα ξαπλώσειςθα ξαπλώσετεθα ξαπλωθείςθα ξαπλωθείτε
θα ξαπλώσειθα ξαπλώσουνθα ξαπλωθείθα ξαπλωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξαπλώσει
θα έχω ξαπλωμένο
θα έχουμε ξαπλώσει
θα έχουμε ξαπλωμένο
θα έχω ξαπλωθεί
θα είμαι ξαπλωμένος, -η
θα έχουμε ξαπλωθεί
θα είμαστε ξαπλωμένοι, -ες
θα έχεις ξαπλώσει
θα έχεις ξαπλωμένο
θα έχετε ξαπλώσει
θα έχετε ξαπλωμένο
θα έχεις ξαπλωθεί
θα είσαι ξαπλωμένος, -η
θα έχετε ξαπλωθεί
θα είστε ξαπλωμένοι, -ες
θα έχει ξαπλώσει
θα έχει ξαπλωμένο
θα έχουν ξαπλώσει
θα έχουν ξαπλωμένο
θα έχει ξαπλωθεί
θα είναι ξαπλωμένος, -η, -ο
θα έχουν ξαπλωθεί
θα είναι ξαπλωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξαπλώνωνα ξαπλώνουμε, να ξαπλώνομενα ξαπλώνομαινα ξαπλωνόμαστε
να ξαπλώνειςνα ξαπλώνετενα ξαπλώνεσαινα ξαπλώνεστε, να ξαπλωνόσαστε
να ξαπλώνεινα ξαπλώνουν(ε)να ξαπλώνεταινα ξαπλώνονται
Aoristνα ξαπλώσωνα ξαπλώσουμε, να ξαπλώσομενα ξαπλωθώνα ξαπλωθούμε
να ξαπλώσειςνα ξαπλώσετενα ξαπλωθείςνα ξαπλωθείτε
να ξαπλώσεινα ξαπλώσουν(ε)να ξαπλωθείνα ξαπλωθούν(ε)
Perfνα έχω ξαπλώσει
να έχω ξαπλωμένο
να έχουμε ξαπλώσει
να έχουμε ξαπλωμένο
να έχω ξαπλωθεί
να είμαι ξαπλωμένος, -η
να έχουμε ξαπλωθεί
να είμαστε ξαπλωμένοι, -ες
να έχεις ξαπλώσει
να έχεις ξαπλωμένο
να έχετε ξαπλώσει
να έχετε ξαπλωμένο
να έχεις ξαπλωθεί
να είσαι ξαπλωμένος, -η
να έχετε ξαπλωθεί
να είστε ξαπλωμένοι, -ες
να έχει ξαπλώσει
να έχει ξαπλωμένο
να έχουν ξαπλώσει
να έχουν ξαπλωμένο
να έχει ξαπλωθεί
να είναι ξαπλωμένος, -η, -ο
να έχουν ξαπλωθεί
να είναι ξαπλωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξάπλωνεξαπλώνετεξαπλώνεστε
Aoristξάπλωσεξαπλώστε, ξαπλώσετεξαπλώσουξαπλωθείτε
Part
izip
Presξαπλώνοντας
Perfέχοντας ξαπλώσει, έχοντας ξαπλωμένοξαπλωμένος, -η, -οξαπλωμένοι, -ες, -α
InfinAoristξαπλώσειξαπλωθεί




Griechische Definition zu ξαπλώνω

ξαπλώνω [ksaplóno] -ομαι : 1.πλαγιάζω, πέφτω στο κρεβάτι, συνήθ. για να κοιμηθώ: Ξάπλωσα λίγο να ξεκουραστώ. Tι ώρα ξαπλώνεις συνή θως; Ήμασταν κουρασμένοι και ξαπλώσαμε νωρίς. Kάθε μεσημέρι ξαπλώνω για μια ώρα. Ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ. || Tους βρήκα ξαπλωμένους στην αμμουδιά / στον ίσκιο ενός δέντρου. || Tον ξάπλωσαν στο φορείο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξαπλώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15