σηκώνω Verb  [sikono, shkwnw]

  Verb
(15)
  Verb
(3)
  Verb
(2)
  Verb
(1)
  Verb
(1)
  Verb
(1)
klappen (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
hochnehmen (ugs.)
  Verb
(0)
umkrempeln (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu σηκώνω

σηκώνω mittelgriechisch σηκώνω altgriechisch σηκῶ (ζυγίζω σε ζυγαριά βάζοντας και βγάζοντας βαρίδια έτσι ώστε να σηκωθεί το ένα μέρος και να φτάσει στο ίδιο επίπεδο με το άλλο)


GriechischDeutsch
Και βρέθηκα και από τις δύο γυναίκες, θα σηκώνω τον εαυτό του μέχρι περίτεχνα, λες γι 'αυτόν ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, να επιτρέψει στον εαυτό του να οδηγήσει στην πόρτα από τις γυναίκες, κύμα τους μακριά εκεί, και να προχωρήσει μόνος του από εκεί, ενώ η μητέρα γρήγορα έριξε κάτω υλοποιεί το ράψιμο της και την αδελφή πένα της για να τρέξει μετά τον πατέρα και να τον βοηθήσει λίγο περισσότερο.Und durch die beiden Frauen gestützt, würde er heben sich bis aufwendig, als ob für ihn Es war die größte Mühe, damit sich die Tür von den Frauen, Welle geführt werden sie weg gibt, und auf seinem eigenen vorgehen von dort aus, während die Mutter schnell warf ihr Nähzeug und die Schwester ihren Stift, um nach dem Vater zu laufen und ihm helfen, einige mehr.

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Grammatik zu σηκώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σηκώνωσηκώνουμε, σηκώνομεσηκώνομαισηκωνόμαστε
σηκώνειςσηκώνετεσηκώνεσαισηκώνεστε, σηκωνόσαστε
σηκώνεισηκώνουν(ε)σηκώνεταισηκώνονται
Imper
fekt
σήκωνασηκώναμεσηκωνόμουν(α)σηκωνόμαστε, σηκωνόμασταν
σήκωνεςσηκώνατεσηκωνόσουν(α)σηκωνόσαστε, σηκωνόσασταν
σήκωνεσήκωνανσηκωνόταν(ε)σηκώνονταν, σηκωνόντανε, σηκωνόντουσαν
Aoristσήκωσασηκώσαμεσηκώθηκασηκωθήκαμε
σήκωσεςσηκώσατεσηκώθηκεςσηκωθήκατε
σήκωσεσήκωσαν, σηκώσαν(ε)σηκώθηκεσηκώθηκαν, σηκωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σηκώσει
έχω σηκωμένο
έχουμε σηκώσει
έχουμε σηκωμένο
έχω σηκωθεί
είμαι σηκωμένος, -η
έχουμε σηκωθεί
είμαστε σηκωμένοι, -ες
έχεις σηκώσει
έχεις σηκωμένο
έχετε σηκώσει
έχετε σηκωμένο
έχεις σηκωθεί
είσαι σηκωμένος, -η
έχετε σηκωθεί
είστε σηκωμένοι, -ες
έχει σηκώσει
έχει σηκωμένο
έχουν σηκώσει
έχουν σηκωμένο
έχει σηκωθεί
είναι σηκωμένος, -η, -ο
έχουν σηκωθεί
είναι σηκωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα σηκώσει
είχα σηκωμένο
είχαμε σηκώσει
είχαμε σηκωμένο
είχα σηκωθεί
ήμουν σηκωμένος, -η
είχαμε σηκωθεί
ήμαστε σηκωμένοι, -ες
είχες σηκώσει
είχες σηκωμένο
είχατε σηκώσει
είχατε σηκωμένο
είχες σηκωθεί
ήσουν σηκωμένος, -η
είχατε σηκωθεί
ήσαστε σηκωμένοι, -ες
είχε σηκώσει
είχε σηκωμένο
είχαν σηκώσει
είχαν σηκωμένο
είχε σηκωθεί
ήταν σηκωμένος, -η, -ο
είχαν σηκωθεί
ήταν σηκωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σηκώνωθα σηκώνουμε, θα σηκώνομεθα σηκώνομαιθα σηκωνόμαστε
θα σηκώνειςθα σηκώνετεθα σηκώνεσαιθα σηκώνεστε, θα σηκωνόσαστε
θα σηκώνειθα σηκώνουν(ε)θα σηκώνεταιθα σηκώνονται
Fut
ur
θα σηκώσωθα σηκώσουμε, θα σηκώσομεθα σηκωθώθα σηκωθούμε
θα σηκώσειςθα σηκώσετεθα σηκωθείςθα σηκωθείτε
θα σηκώσειθα σηκώσουνθα σηκωθείθα σηκωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σηκώσει
θα έχω σηκωμένο
θα έχουμε σηκώσει
θα έχουμε σηκωμένο
θα έχω σηκωθεί
θα είμαι σηκωμένος, -η
θα έχουμε σηκωθεί
θα είμαστε σηκωμένοι, -ες
θα έχεις σηκώσει
θα έχεις σηκωμένο
θα έχετε σηκώσει
θα έχετε σηκωμένο
θα έχεις σηκωθεί
θα είσαι σηκωμένος, -η
θα έχετε σηκωθεί
θα είστε σηκωμένοι, -ες
θα έχει σηκώσει
θα έχει σηκωμένο
θα έχουν σηκώσει
θα έχουν σηκωμένο
θα έχει σηκωθεί
θα είναι σηκωμένος, -η, -ο
θα έχουν σηκωθεί
θα είναι σηκωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σηκώνωνα σηκώνουμε, να σηκώνομενα σηκώνομαινα σηκωνόμαστε
να σηκώνειςνα σηκώνετενα σηκώνεσαινα σηκώνεστε, να σηκωνόσαστε
να σηκώνεινα σηκώνουν(ε)να σηκώνεταινα σηκώνονται
Aoristνα σηκώσωνα σηκώσουμε, να σηκώσομενα σηκωθώνα σηκωθούμε
να σηκώσειςνα σηκώσετενα σηκωθείςνα σηκωθείτε
να σηκώσεινα σηκώσουν(ε)να σηκωθείνα σηκωθούν(ε)
Perfνα έχω σηκώσει
να έχω σηκωμένο
να έχουμε σηκώσει
να έχουμε σηκωμένο
να έχω σηκωθεί
να είμαι σηκωμένος, -η
να έχουμε σηκωθεί
να είμαστε σηκωμένοι, -ες
να έχεις σηκώσει
να έχεις σηκωμένο
να έχετε σηκώσει
να έχετε σηκωμένο
να έχεις σηκωθεί
να είσαι σηκωμένος, -η
να έχετε σηκωθεί
να είστε σηκωμένοι, -ες
να έχει σηκώσει
να έχει σηκωμένο
να έχουν σηκώσει
να έχουν σηκωμένο
να έχει σηκωθεί
να είναι σηκωμένος, -η, -ο
να έχουν σηκωθεί
να είναι σηκωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσήκωνεσηκώνετεσηκώνεστε
Aoristkathomai#katse">σήκωσεσηκώστε, σηκώσετεσήκω, σηκώσουσηκωθείτε
Part
izip
Presσηκώνοντας
Perfέχοντας σηκώσει, έχοντας σηκωμένοσηκωμένος, -η, -οσηκωμένοι, -ες, -α
InfinAoristσηκώσεισηκωθεί



























Griechische Definition zu σηκώνω

σηκώνω [sikóno] -ομαι : 1. μετακινώ κτ. από τη θέση στην οποία βρίσκεται σε μια ψηλότερη: Έσκυψε και σήκωσε τη βαλίτσα. Σήκωσέ μου το μαξιλάρι από κάτω! Mόλις σήκωσα το ακουστικό, το τηλέφωνο έκλεισε. Σηκώστε τις άγκυρες! ΦΡ σηκώνω την άγκυρα*. (έκφρ.) σηκώνω το ποτήρι, κάνω πρόποση. || κάνω κτ. να κινηθεί από κάτω προς τα πάνω: Tο αερόστατο άρχισε να σηκώνεται σιγά σιγά. σηκώνω χαρταετό, τον πετώ. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback