προβάλλω  Verb  [provallo, proballw]

Ähnliche Bedeutung wie προβάλλω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze προβάλλω

... περιοχή αποτελεί πραγματικό ακρωτήριο, με απόκρημνες ακτές, το οποίο προβάλλει επί 3 μίλια δυτικά του νότιου τμήματος της Σαντορίνης. Στοιχεία ...

... Ένωση Ποδοσφαίρου Αγγλίας να αποφανθεί το 1863 ότι δεν επιτρεπόταν να προβάλλονται καρφιά από τα παπούτσια. Από τη δεκαετία του 1880, τα παπούτσια της εποχής ...

... έθεσε υπό την αιγίδα της το όλο νεανικό έργο της Μητρόπολης Αττικής, προβάλλοντάς το σαν πρότυπο. Πεδία ενεργειών του Ιακώβου υπήρξαν, ακόμη, η ίδρυση ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΒΑΛΛΩ
I appear
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προβάλλωπροβάλλουμε, προβάλλομεπροβάλλομαιπροβαλλόμαστε
προβάλλειςπροβάλλετεπροβάλλεσαιπροβάλλεστε, προβαλλόσαστε
προβάλλειπροβάλλουν(ε)προβάλλεταιπροβάλλονται
Imper
fekt
πρόβαλλαπροβάλλαμεπροβαλλόμουν(α)προβαλλόμαστε
πρόβαλλεςπροβάλλατεπροβαλλόσουν(α)προβαλλόσαστε
πρόβαλλεπρόβαλλαν, προβάλλαν(ε)προβαλλόταν(ε)προβάλλονταν
Aoristπρόβαλα, προέβαλαπροβάλαμεπροβλήθηκαπροβληθήκαμε
πρόβαλες, προέβαλεςπροβάλατεπροβλήθηκεςπροβληθήκατε
πρόβαλε, προέβαλεπρόβαλαν, προβάλαν(ε), προέβαλανπροβλήθηκεπροβλήθηκαν, προβληθήκαν(ε)
Per
fect
έχω προβάλειέχουμε προβάλειέχω προβληθεί
είμαι προβεβλημένος, -η
έχουμε προβληθεί
είμαστε προβεβλημένοι, -ες
έχεις προβάλειέχετε προβάλειέχεις προβληθεί
είσαι προβεβλημένος, -η
έχετε προβληθεί
είστε προβεβλημένοι, -ες
έχει προβάλειέχουν προβάλειέχει προβληθεί
είναι προβεβλημένος, -η, -ο
έχουν προβληθεί
είναι προβεβλημένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα προβάλειείχαμε προβάλειείχα προβληθεί
ήμουν προβεβλημένος, -η
είχαμε προβληθεί
ήμαστε προβεβλημένοι, -ες
είχες προβάλειείχατε προβάλειείχες προβληθεί
ήσουν προβεβλημένος, -η
είχατε προβληθεί
ήσαστε προβεβλημένοι, -ες
είχε προβάλειείχαν προβάλειείχε προβληθεί
ήταν προβεβλημένος, -η, -ο
είχαν προβληθεί
ήταν προβεβλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προβάλλωθα προβάλλουμε, θα προβάλλομεθα προβάλλομαιθα προβαλλόμαστε
θα προβάλλειςθα προβάλλετεθα προβάλλεσαιθα προβάλλεστε, θα προβαλλόσαστε
θα προβάλλειθα προβάλλουν(ε)θα προβάλλεταιθα προβάλλονται
Fut
ur
θα προβάλωθα προβάλουμε, θα προβάλομεθα προβληθώθα προβληθούμε
θα προβάλειςθα προβάλετεθα προβληθείςθα προβληθείτε
θα προβάλειθα προβάλουν(ε)θα προβληθείθα προβληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προβάλειθα έχουμε προβάλειθα έχω προβληθεί
θα είμαι προβεβλημένος, -η
θα έχουμε προβληθεί
θα είμαστε προβεβλημένοι, -ες
θα έχεις προβάλειθα έχετε προβάλειθα έχεις προβληθεί
θα είσαι προβεβλημένος, -η
θα έχετε προβάλει
θα είστε προβεβλημένοι, -ες
θα έχει προβάλειθα έχουν προβάλειθα έχει προβληθεί
θα είναι προβεβλημένος, -η, -ο
θα έχουν προβληθεί
θα είναι προβεβλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προβάλλωνα προβάλλουμε, να προβάλλομενα προβάλλομαινα προβαλλόμαστε
να προβάλλειςνα προβάλλετενα προβάλλεσαινα προβάλλεστε, να προβαλλόσαστε
να προβάλλεινα προβάλλουνενα προβάλλεταινα προβάλλονται
Aoristνα προβάλωνα προβάλουμενα προβληθώνα προβληθούμε
να προβάλειςνα προβάλετενα προβληθείςνα προβληθείτε
να προβάλεινα προβάλουν(ε)να προβληθείνα προβληθούν(ε)
Perfνα έχω προβάλεινα έχουμε προβάλεινα έχω προβληθεί
να είμαι προβεβλημένος, -η
να έχουμε προβληθεί
να είμαστε προβεβλημένοι, -ες
να έχεις προβάλεινα έχετε προβάλεινα έχεις προβληθεί
να είσαι προβεβλημένος, -η
να έχετε προβληθεί
να είστε προβεβλημένοι, -ες
να έχει προβάλεινα έχουν προβάλεινα έχει προβληθεί
να είναι προβεβλημένος, -η, -ο
να έχουν προβληθεί
να είναι προβεβλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπρόβαλλεπροβάλλετεπροβάλλεστε
Aoristπρόβαλεπροβάλετεπροβληθείτε
Part
izip
Presπροβάλλονταςπροβαλλόμενος
Perfέχοντας προβάλειπροβεβλημένος, -η, -οπροβεβλημένοι, -ες, -α
InfinAoristπροβάλειπροβληθεί














Griechische Definition zu προβάλλω

προβάλλω [proválo] -ομαι Ρ πρτ. προέβαλλα και πρόβαλλα, αόρ. προέβα λα και πρόβαλα, απαρέμφ. προβάλει, παθ. αόρ. προβλήθηκα, απαρέμφ. προβληθεί, λόγ. μππ. προβεβλημένος* : I. (μόνο ενεργ.) 1. κάνω την εμφάνισή μου, παρουσιάζομαι: Ένα όμορφο τοπίο πρόβαλε στα μάτια μας. Kαι να τος, προβάλλει ξαφνικά μπροστά μου! Προβάλλει ο ήλιος / το φεγγάρι. || (στο γ' πρόσ.): Προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για τη λήψη έκτακτων μέτρων. Άρχισαν να προβάλλουν τα προβλήματα / οι δυσκολίες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προβάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15