πληροφορώ  Verb  [pliroforo, plhroforw]

Ähnliche Bedeutung wie πληροφορώ


Beispielsätze πληροφορώ

... Η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) είναι η κύρια υπηρεσία συγκέντρωσης, επεξεργασίας και διανομής πληροφοριών στα αρμόδια στελέχη της Ελληνικής Κυβέρνησης ...

... Η πληροφορία είναι μία διάταξη συνδυασμού διαφοροποιήσεων (ή μοναδική διαφοροποίηση) μέσα από εντροπικό πληροφοριακό εύρος (δυνητικές πληροφοριακές παραλλαγές) ...

... Η τεχνολογία πληροφοριών, τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνίας ή τεχνολογία της πληροφορίας (ΤΠΕ, αγγλ. IT ή ICT) είναι το σύνολο των επαγγελματικών ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze mitteilen

... Wir freuen uns, Ihnen mitteilen zu dürfen, dass Sie den Friedensnobelpreis bekommen haben. ...

... Ich bin sehr erfreut, Ihnen mitteilen zu können, dass der Rat seiner Verpflichtung gerecht geworden ist. ...

... Es gibt nichts Schöneres im Leben als die Freundschaft: Du hast jemanden, dem Du Dein Innerstes öffnen, dem Du Geheimnisse mitteilen und das Verborgene Deines Herzens zeigen kannst. ...

Quelle: MUIRIEL, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΠΛΗΡΟΦΟΡΩ
I inform
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πληροφορώπληροφορούμεπληροφορούμαιπληροφορούμαστε
πληροφορείςπληροφορείτεπληροφορείσαιπληροφορείστε
πληροφορείπληροφορούν(ε)πληροφορείταιπληροφορούνται
Imper
fekt
πληροφορούσαπληροφορούσαμεπληροφορούμουνπληροφορούμαστε
πληροφορούσεςπληροφορούσατε
πληροφορούσεπληροφορούσαν(ε)πληροφορούνταν, πληροφορείτοπληροφορούνταν, πληροφορούντο
Aoristπληροφόρησαπληροφορήσαμεπληροφορήθηκαπληροφορηθήκαμε
πληροφόρησεςπληροφορήσατεπληροφορήθηκεςπληροφορηθήκατε
πληροφόρησεπληροφόρησαν, πληροφορήσαν(ε)πληροφορήθηκεπληροφορήθηκαν, πληροφορηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πληροφορήσει
έχω πληροφορημένο
έχουμε πληροφορήσει
έχουμε πληροφορημένο
έχω πληροφορηθεί
είμαι πληροφορημένος, -η
έχουμε πληροφορηθεί
είμαστε πληροφορημένοι, -ες
έχεις πληροφορήσει
έχεις πληροφορημένο
έχετε πληροφορήσει
έχετε πληροφορημένο
έχεις πληροφορηθεί
είσαι πληροφορημένος, -η
έχετε πληροφορηθεί
είστε πληροφορημένοι, -ες
έχει πληροφορήσει
έχει πληροφορημένο
έχουν πληροφορήσει
έχουν πληροφορημένο
έχει πληροφορηθεί
είναι πληροφορημένος, -η, -ο
έχουν πληροφορηθεί
είναι πληροφορημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα πληροφορήσει
είχα πληροφορημένο
είχαμε πληροφορήσει
είχαμε πληροφορημένο
είχα πληροφορηθεί
ήμουν πληροφορημένος, -η
είχαμε πληροφορηθεί
ήμαστε πληροφορημένοι, -ες
είχες πληροφορήσει
είχες πληροφορημένο
είχατε πληροφορήσει
είχατε πληροφορημένο
είχες πληροφορηθεί
ήσουν πληροφορημένος, -η
είχατε πληροφορηθεί
ήσαστε πληροφορημένοι, -ες
είχε πληροφορήσει
είχε πληροφορημένο
είχαν πληροφορήσει
είχαν πληροφορημένο
είχε πληροφορηθεί
ήταν πληροφορημένος, -η, -ο
είχαν πληροφορηθεί
ήταν πληροφορημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πληροφορώθα πληροφορούμεθα πληροφορούμαιθα πληροφορούμαστε
θα πληροφορείςθα πληροφορείτεθα πληροφορείσαιθα πληροφορείστε
θα πληροφορείθα πληροφορούν(ε)θα πληροφορείταιθα πληροφορούνται
Fut
ur
θα πληροφορήσωθα πληροφορήσουμεθα πληροφορηθώθα πληροφορηθούμε
θα πληροφορήσειςθα πληροφορήσετεθα πληροφορηθείςθα πληροφορηθείτε
θα πληροφορήσειθα πληροφορήσουν(ε)θα πληροφορηθείθα πληροφορηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πληροφορήσει
θα έχω πληροφορημένο
θα έχουμε πληροφορήσει
θα έχουμε πληροφορημένο
θα έχω πληροφορηθεί
θα είμαι πληροφορημένος, -η
θα έχουμε πληροφορηθεί
θα είμαστε πληροφορημένοι, -ες
θα έχεις πληροφορήσει
θα έχεις πληροφορημένο
θα έχετε πληροφορήσει
θα έχετε πληροφορημένο
θα έχεις πληροφορηθεί
θα είσαι πληροφορημένος, -η
θα έχετε πληροφορηθεί
θα είστε πληροφορημένοι, -η
θα έχει πληροφορήσει
θα έχει πληροφορημένο
θα έχουν πληροφορήσει
θα έχουν πληροφορημένο
θα έχει πληροφορηθεί
θα είναι πληροφορημένος, -η, -ο
θα έχουν πληροφορηθεί
θα είναι πληροφορημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πληροφορώνα πληροφορούμενα πληροφορούμαινα πληροφορούμαστε
να πληροφορείςνα πληροφορείτενα πληροφορείσαινα πληροφορείστε
να πληροφορείνα πληροφορούν(ε)να πληροφορείταινα πληροφορούνται
Aoristνα πληροφορήσωνα πληροφορήσουμε, να πληροφορήσομενα πληροφορηθώνα πληροφορηθούμε
να πληροφορήσειςνα πληροφορήσετενα πληροφορηθείςνα πληροφορηθείτε
να πληροφορήσεινα πληροφορήσουν(ε)να πληροφορηθείνα πληροφορηθούν(ε)
Perfνα έχω πληροφορήσει
να έχω πληροφορημένο
να έχουμε πληροφορήσει
να έχουμε πληροφορημένο
να έχω πληροφορηθεί
να είμαι πληροφορημένος, -η
να έχουμε πληροφορηθεί
να είμαστε πληροφορημένοι, -ες
να έχεις πληροφορήσει
να έχεις πληροφορημένο
να έχετε πληροφορήσει
να έχετε πληροφορημένο
να έχεις πληροφορηθεί
να είσαι πληροφορημένος, -η
να έχετε πληροφορηθεί
να είστε πληροφορημένοι, -ες
να έχει πληροφορήσει
να έχει πληροφορημένο
να έχουν πληροφορήσει
να έχουν πληροφορημένο
να έχει πληροφορηθεί
να είναι πληροφορημένος, -η, -ο
να έχουν πληροφορηθεί
να είναι πληροφορημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπληροφορείτεπληροφορείστε
Aoristπληροφόρησεπληροφορήστε, πληροφορήσετεπληροφορήσουπληροφορηθείτε
Part
izip
Presπληροφορώντας
Perfέχοντας πληροφορήσει, έχοντας πληροφορημένοπληροφορημένος, -η, -οπληροφορημένοι, -ες, -α
InfinAoristπληροφορήσειπληροφορηθεί








Griechische Definition zu πληροφορώ

πληροφορώ [pdivroforó] -ούμαι : παρέχω, μεταδίδω σε κπ. γνώσεις, στοιχεία, πληροφορίες, ειδήσεις, νέα για κτ.· ενημερώνω, γνωστοποιώ: πληροφορώ κπ. λεπτομερειακά / πλήρως / σε γενικές γραμμές. Mας πληροφορούν ότι θα υπάρξει καθυστέρηση στην πτήση. Σας πληροφορώ ότι δε θα δοθεί άλλη παράταση. || (παθ.) λαμβάνω γνώση, μαθαίνω για κτ.: Πληροφορούμαι από τις εφημερίδες / από τα μέσα ενημέρωσης. Aπό καλά πληροφορημένες πηγές μάθαμε ότι επίκειται ανασχηματισμός της κυβέρνησης. Ο πολίτης πρέπει να είναι έγκαιρα και σωστά πληροφορημένος. Aπό πού το πληροφορήθηκες;

[λόγ. < ελνστ. πληροφορῶ `βεβαιώνω, εκπληρώνω΄ σημδ. γαλλ. renseigner, enseigner (δες στο πληροφορία)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πληροφορώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15