πετώ  Verb  [peto, petw]

Ähnliche Bedeutung wie πετώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πετώ

... διαλύω, εξανεμίζω ή, εναλλακτικά, από το «σχίζω»). Κυριολεκτικά σημαίνει κομματιάζω και πετώ μακριά τα θρύμματα του άγχους, της στεναχώριας, της ανίας κτλ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wegtun

... eine typische Charakteristik der Kröte und des Geizigen: wenn sie jemand wegtun wollte, sah sie ihn giftig an … und also ging er ohne Ruhe in der Welt hin ...

... haben: "Da waren früher welche von der Schill-Partei dabei, wir mussten die wegtun. Kurios war das." Leier soll auch nicht in der Lage gewesen sein, zu erläutern ...

... und kaiserlichem Recht nicht verschonen, sondern das Böse von der Erde wegtun soll, sie doch wiederum sich wohl vorsehen möge, dass sie auf geringschätzige ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΕΤΩ
I fly
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πετάω, πετώπετάμε,πετούμεpetao">πετάγομαιπεταγόμαστε
πετάςπετάτεπετάγεσαιπετάγεστε, πεταγόσαστε
πετάει, πετάπετάνε, πετούν(ε)πετάγεταιπετάγονται
Imper
fekt
πετούσα, πέταγαπετούσαμε, πετάγαμεπεταγόμουν(α)πεταγόμαστε, πεταγόμασταν
πετούσες, πέταγεςπετούσατε, πετάγατεπεταγόσουν(α)πεταγόσαστε, πεταγόσασταν
πετούσε, πέταγεπετούσαν(ε), πέταγαν, πετάγανεπεταγόταν(ε)πετάγονταν, πεταγόντανε, πεταγόντουσαν
Aoristπέταξαπετάξαμεπετάχτηκαπεταχτήκαμε
πέταξεςπετάξατεπετάχτηκεςπεταχτήκατε
πέταξεπέταξαν, πετάξαν(ε)πετάχτηκεπετάχτηκαν, πεταχτήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πετάξει
έχω πεταγμένο
έχουμε πετάξει
έχουμε πεταγμένο
έχω πεταχτεί
είμαι πεταγμένος, -η
έχουμε πεταχτεί
είμαστε πεταγμένοι, -ες
έχεις πετάξει
έχεις πεταγμένο
έχετε πετάξει
έχετε πεταγμένο
έχεις πεταχτεί
είσαι πεταγμένος, -η
έχετε πεταχτεί
είστε πεταγμένοι, -ες
έχει πετάξει
έχει πεταγμένο
έχουν πετάξει
έχουν πεταγμένο
έχει πεταχτεί
είναι πεταγμένος, -η, -ο
έχουν πεταχτεί
είναι πεταγμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα πετάξει
είχα πεταγμένο
είχαμε πετάξει
είχαμε πεταγμένο
είχα πεταχτεί
ήμουν πεταγμένος, -η
είχαμε πεταχτεί
ήμαστε πεταγμένοι, -ες
είχες πετάξει
είχες πεταγμένο
είχατε πετάξει
είχατε πεταγμένο
είχες πεταχτεί
ήσουν πεταγμένος, -η
είχατε πεταχτεί
ήσαστε πεταγμένοι, -ες
είχε πετάξει
είχε πεταγμένο
είχαν πετάξει
είχαν πεταγμένο
είχε πεταχτεί
ήταν πεταγμενος, -η, -ο
είχαν πεταχτεί
ήταν πεταγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πετάω, θα πετώθα πετάμε, θα πετούμεθα πετάγομαιθα πεταγόμαστε
θα πετάςθα πετάτεθα πετάγεσαιθα πετάγεστε, θα πεταγόσαστε
θα πετάει, θα πετάθα πετάν(ε), θα πετούν(ε)θα πετάγεταιθα πεταγόνται
Fut
ur
θα πετάξωθα πετάξουμε, θα πετάξομεθα πεταχτώθα πεταχτούμε
θα πετάξειςθα πετάξετεθα πεταχτείςθα πεταχτείτε
θα πετάξειθα πετάξουν(ε)θα πεταχτείθα πεταχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πετάξει
θα έχω πεταγμένο
θα έχουμε πετάξει
θα έχουμε πεταγμένο
θα έχω πεταχτεί
θα είμαι πεταγμένος, -η
θα έχουμε πεταχτεί
θα είμαστε πεταγμένοι, -ες
θα έχεις πετάξει
θα έχεις πεταγμένο
θα έχετε πετάξει
θα έχετε πεταγμένο
θα έχεις πεταχτεί
θα είσαι πεταγμένος, -η
θα έχετε πεταχτεί
θα είστε πεταγμενοι, -ες
θα έχει πετάξει
θα έχει πεταγμένο
θα έχουν πετάξει
θα έχουν πεταγμένο
θα έχει πεταχτεί
θα είναι πεταγμένος, -η, -ο
θα έχουν πεταχτεί
θα είναι πεταγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πετάω, να πετώνα πετάμε, να πετούμενα πετάγομαινα πεταγόμαστε
να πετάςνα πετάτενα πετάγεσαινα πετάγεστε, να πεταγόσαστε
να πετάει, να πετάνα πετάνε, να πετούνενα πετάγεταινα πετάγονται
Aoristνα πετάξωνα πετάξουμε, να πετάξομενα πεταχτώνα πεταχτούμε
να πετάξειςνα πετάξετενα πεταχτείςνα πεταχτείτε
να πετάξεινα πετάξουννα πεταχτείνα πεταχτούνε
Perfνα έχω πετάξει
να έχω πεταγμένο
να έχουμε πετάξει
να έχουμε πεταγμένο
να έχω πεταχτεί
να είμαι πεταγμένος, -η
να έχουμε πεταχτεί
να είμαστε πεταγμενοι, -ες
να έχεις πετάξει
να έχεις πεταγμένο
να έχετε πετάξει
να έχετε πεταγμένο
να έχεις πεταχτεί
να είσαι πεταγμένος, -η
να έχετε πεταχτεί
να είστε πεταγμένοι, -ες
να έχει πετάξει
να έχει πεταγμένο
να έχουν πετάξει
να έχουν πεταγμένο
να έχει πεταχτεί
να είναι πεταγμένος, -η, -ο
να έχουν πεταχτεί
να είναι πεταγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπέτα, πέταγεπετάτεπετάγεστε
Aoristπέταξε, πέταπετάξτε, πετάχτεπετάξουπεταχτείτε
Part
izip
Presπετώντας
Perfέχοντας πετάξει, έχοντας πεταγμένοπεταγμένος, -η, -οπεταγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπετάξειπεταχτεί















Person Wortform
Präsens ich werfe
du wirfst
er, sie, es wirft
Präteritum ich warf
Konjunktiv II ich würfe
Imperativ Singular wirf!
Plural werft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geworfen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:werfen


Griechische Definition zu πετώ

πετώ 1 [petó] & -άω .6α λαϊκότρ. μπε. πετούμενος* : 1. (για πουλί ή έντομο) κινούμαι στον αέρα με τη βοήθεια των φτερών μου: Ο αετός άνοι ξε τα φτερά του και πέταξε ψηλά στον ουρανό, απομακρύνθηκε. Ένα κοπάδι αγριόπαπιες πετούσε πάνω από τη λίμνη. Mια πεταλούδα πετούσε απ΄ άνθος σ΄ άνθος. ΦΡ πέταξε το πουλί*. ΠAΡ ΦΡ πετάει ο γάιδαρος*; πετάει. || Ο μύθος του Ίκαρου εκφράζει την πανάρχαιη επιθυμία του ανθρώπου να πετάξει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πετώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15