πετώ Verb  [peto, petw]

  Verb
(2)
  Verb
(1)
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
wegtun (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
auffliegen (ugs.)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
(0)

Etymologie zu πετώ

πετώ Koine-Griechisch πετάω / πετῶ altgriechisch πετάομαι / πετάννυμι / πεταννύω / πήτνυμι proto-indogermanisch *peth₂- (πετώ)


GriechischDeutsch
Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι βρετανοί πιλότοι είναι από τους καλύτερους στον κόσμο, και το ίδιο ισχύει και για την British Airways, και αυτός είναι ο λόγος που δεν φοβάμαι ποτέ όταν πετώ με αυτή την αεροπορική εταιρεία.Ich zweifle nicht daran, dass die britischen Piloten weltweit zu den Besten gehören, und dasselbe gilt auch für British Airways, weshalb ich nie Bedenken habe, mit dieser Fluglinie zu fliegen.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu πετώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πετάω, πετώπετάμε,πετούμεpetao">πετάγομαιπεταγόμαστε
πετάςπετάτεπετάγεσαιπετάγεστε, πεταγόσαστε
πετάει, πετάπετάνε, πετούν(ε)πετάγεταιπετάγονται
Imper
fekt
πετούσα, πέταγαπετούσαμε, πετάγαμεπεταγόμουν(α)πεταγόμαστε, πεταγόμασταν
πετούσες, πέταγεςπετούσατε, πετάγατεπεταγόσουν(α)πεταγόσαστε, πεταγόσασταν
πετούσε, πέταγεπετούσαν(ε), πέταγαν, πετάγανεπεταγόταν(ε)πετάγονταν, πεταγόντανε, πεταγόντουσαν
Aoristπέταξαπετάξαμεπετάχτηκαπεταχτήκαμε
πέταξεςπετάξατεπετάχτηκεςπεταχτήκατε
πέταξεπέταξαν, πετάξαν(ε)πετάχτηκεπετάχτηκαν, πεταχτήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω πετάξει
έχω πεταγμένο
έχουμε πετάξει
έχουμε πεταγμένο
έχω πεταχτεί
είμαι πεταγμένος, -η
έχουμε πεταχτεί
είμαστε πεταγμένοι, -ες
έχεις πετάξει
έχεις πεταγμένο
έχετε πετάξει
έχετε πεταγμένο
έχεις πεταχτεί
είσαι πεταγμένος, -η
έχετε πεταχτεί
είστε πεταγμένοι, -ες
έχει πετάξει
έχει πεταγμένο
έχουν πετάξει
έχουν πεταγμένο
έχει πεταχτεί
είναι πεταγμένος, -η, -ο
έχουν πεταχτεί
είναι πεταγμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα πετάξει
είχα πεταγμένο
είχαμε πετάξει
είχαμε πεταγμένο
είχα πεταχτεί
ήμουν πεταγμένος, -η
είχαμε πεταχτεί
ήμαστε πεταγμένοι, -ες
είχες πετάξει
είχες πεταγμένο
είχατε πετάξει
είχατε πεταγμένο
είχες πεταχτεί
ήσουν πεταγμένος, -η
είχατε πεταχτεί
ήσαστε πεταγμένοι, -ες
είχε πετάξει
είχε πεταγμένο
είχαν πετάξει
είχαν πεταγμένο
είχε πεταχτεί
ήταν πεταγμενος, -η, -ο
είχαν πεταχτεί
ήταν πεταγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πετάω, θα πετώθα πετάμε, θα πετούμεθα πετάγομαιθα πεταγόμαστε
θα πετάςθα πετάτεθα πετάγεσαιθα πετάγεστε, θα πεταγόσαστε
θα πετάει, θα πετάθα πετάν(ε), θα πετούν(ε)θα πετάγεταιθα πεταγόνται
Fut
ur
θα πετάξωθα πετάξουμε, θα πετάξομεθα πεταχτώθα πεταχτούμε
θα πετάξειςθα πετάξετεθα πεταχτείςθα πεταχτείτε
θα πετάξειθα πετάξουν(ε)θα πεταχτείθα πεταχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πετάξει
θα έχω πεταγμένο
θα έχουμε πετάξει
θα έχουμε πεταγμένο
θα έχω πεταχτεί
θα είμαι πεταγμένος, -η
θα έχουμε πεταχτεί
θα είμαστε πεταγμένοι, -ες
θα έχεις πετάξει
θα έχεις πεταγμένο
θα έχετε πετάξει
θα έχετε πεταγμένο
θα έχεις πεταχτεί
θα είσαι πεταγμένος, -η
θα έχετε πεταχτεί
θα είστε πεταγμενοι, -ες
θα έχει πετάξει
θα έχει πεταγμένο
θα έχουν πετάξει
θα έχουν πεταγμένο
θα έχει πεταχτεί
θα είναι πεταγμένος, -η, -ο
θα έχουν πεταχτεί
θα είναι πεταγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πετάω, να πετώνα πετάμε, να πετούμενα πετάγομαινα πεταγόμαστε
να πετάςνα πετάτενα πετάγεσαινα πετάγεστε, να πεταγόσαστε
να πετάει, να πετάνα πετάνε, να πετούνενα πετάγεταινα πετάγονται
Aoristνα πετάξωνα πετάξουμε, να πετάξομενα πεταχτώνα πεταχτούμε
να πετάξειςνα πετάξετενα πεταχτείςνα πεταχτείτε
να πετάξεινα πετάξουννα πεταχτείνα πεταχτούνε
Perfνα έχω πετάξει
να έχω πεταγμένο
να έχουμε πετάξει
να έχουμε πεταγμένο
να έχω πεταχτεί
να είμαι πεταγμένος, -η
να έχουμε πεταχτεί
να είμαστε πεταγμενοι, -ες
να έχεις πετάξει
να έχεις πεταγμένο
να έχετε πετάξει
να έχετε πεταγμένο
να έχεις πεταχτεί
να είσαι πεταγμένος, -η
να έχετε πεταχτεί
να είστε πεταγμένοι, -ες
να έχει πετάξει
να έχει πεταγμένο
να έχουν πετάξει
να έχουν πεταγμένο
να έχει πεταχτεί
να είναι πεταγμένος, -η, -ο
να έχουν πεταχτεί
να είναι πεταγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπέτα, πέταγεπετάτεπετάγεστε
Aoristπέταξε, πέταπετάξτε, πετάχτεπετάξουπεταχτείτε
Part
izip
Presπετώντας
Perfέχοντας πετάξει, έχοντας πεταγμένοπεταγμένος, -η, -οπεταγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπετάξειπεταχτεί





















Griechische Definition zu πετώ

πετώ [petó] & -άω .6α λαϊκότρ. μπε. πετούμενος* : 1. (για πουλί ή έντομο) κινούμαι στον αέρα με τη βοήθεια των φτερών μου: Ο αετός άνοι ξε τα φτερά του και πέταξε ψηλά στον ουρανό, απομακρύνθηκε. Ένα κοπάδι αγριόπαπιες πετούσε πάνω από τη λίμνη. Mια πεταλούδα πετούσε απ΄ άνθος σ΄ άνθος. ΦΡ πέταξε το πουλί*. ΠAΡ ΦΡ πετάει ο γάιδαρος*; πετάει. || Ο μύθος του Ίκαρου εκφράζει την πανάρχαιη επιθυμία του ανθρώπου να πετάξει. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback