παλεύω  Verb  [palevo, paleyw]


Beispielsätze παλεύω

... Η πάλη είναι ένα αρχαίο ολυμπιακό άθλημα, στο οποίο δυο άνδρες πάλευαν και ο δυνατότερος στεφόταν νικητής. Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τον νικητή της ...

... Παράλληλα, δεχόταν μαθήματα πάλης από την Φάμπιουλους Μούλαχ. Όταν ξεκίνησε να παλεύει κιόλας, μοίρασε διαστήματα της καριέρας της, στην προσωπική της καριέρα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kämpfen

... Sie kämpfen für Freiheit. ...

... Ethnische Minderheiten kämpfen mit Vorurteilen, Armut und Unterdrückung. ...

... Wenn du ewige Ruhe und ewigen Frieden finden willst, ist kämpfen nicht genug: Du musst auch überwinden. ...

Quelle: MUIRIEL, xtofu80, BraveSentry

Grammatik


ΠΑΛΕΥΩ
I wrestle
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παλεύωπαλεύουμε, παλεύομε
παλεύειςπαλεύετε
παλεύειπαλεύουν(ε)
Imper
fekt
πάλευαπαλεύαμε
πάλευεςπαλεύατε
πάλευεπάλευαν, παλεύαν(ε)
Aoristπάλεψαπαλέψαμε
πάλεψεςπαλέψατε
πάλεψεπάλεψαν, παλέψαν(ε)
Per
fect
έχω παλέψειέχουμε παλέψει
έχεις παλέψειέχετε παλέψει
έχει παλέψειέχουν παλέψει
Plu
per
fect
είχα παλέψειείχαμε παλέψει
είχες παλέψειείχατε παλέψει
είχε παλέψειείχαν παλέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παλεύωθα παλεύουμε, θα παλεύομε
θα παλεύειςθα παλεύετε
θα παλεύειθα παλεύουν(ε)
Fut
ur
θα παλέψωθα παλέψουμε, θα παλέψομε
θα παλέψειςθα παλέψετε
θα παλέψειθα παλέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παλέψειθα έχουμε παλέψει
θα έχεις παλέψειθα έχετε παλέψει
θα έχει παλέψειθα έχουν παλέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παλεύωνα παλεύουμε, να παλεύομε
να παλεύειςνα παλεύετε
να παλεύεινα παλεύουν(ε)
Aoristνα παλέψωνα παλέψουμε, να παλέψομε
να παλέψειςνα παλέψετε
να παλέψεινα παλέψουν(ε)
Perfνα έχω παλέψεινα έχουμε παλέψει
να έχεις παλέψεινα έχετε παλέψει
να έχει παλέψεινα έχουν παλέψει
Imper
ativ
Presπάλευεπαλεύετε
Aoristπάλεψεπαλέψτε, παλεύτε
Part
izip
Presπαλεύοντας
Perfέχοντας παλέψει
InfinAoristπαλέψει





Person Wortform
Präsens ich ringe
du ringst
er, sie, es ringt
Präteritum ich rang
Konjunktiv II ich ränge
Imperativ Singular ring!
Plural ringt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gerungen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ringen




Griechische Definition zu παλεύω

παλεύω [palévo] -ομαι στη σημ. 3 : 1.αγωνίζομαι εναντίον κάποιου σώμα με σώμα, για να τον ρίξω και να τον ακινητοποιήσω στο έδαφος: Παλεύουμε να δούμε ποιος απ΄ τους δυο μας είναι δυνατότερος; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παλεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15