durchbringen
 Verb

ψηφίζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Man kann kein Gesetz durchbringen, das die Meinungsäußerung verbietet.-...εμείς οι γονείς θα βγάλουμε νόμο. -Δε βγαίνει νόμος που στερεί την ελευθερία τού λόγου, σε καιρό ειρήνης τουλάχιστον.

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn ich die Sache durchbringen könnte... Das wäre...Αv μπορούσα vα κάνω έστω και ένα πράγμα, θα αισθαvόμουν...

Übersetzung nicht bestätigt

Könnten wir nicht vereinbaren, dass wir den Damm aufgeben und das Bewilligungsgesetz durchbringen?Δεv μπορούμε vα κάνουμε συμφωvία να αποσύρουμε το φράγμα του Γουίλετ και vα αφήσουμε το πιστωτικό vομοσχέδιο vα περάσει;

Übersetzung nicht bestätigt

Als erstes werde ich ein Kinderarbeitsgesetz durchbringen. Dann werde ich gegen schlechte Arbeitsbedingungen vorgehen.Πρώτα θα περάσω νόμο για την παιδική εργασία, μετά θα επιτεθώ στα εργοστάσια που δίνουν χαμηλούς μισθούς.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich hoffe, ich kann dich noch mal durchbringen.Ίσως σε ξεμπλέξω πάλι.

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik





AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψηφίζωψηφίζουμε, ψηφίζομεψηφίζομαιψηφιζόμαστε
ψηφίζειςψηφίζετεψηφίζεσαιψηφίζεστε, ψηφιζόσαστε
ψηφίζειψηφίζουν(ε)ψηφίζεταιψηφίζονται
Imper
fekt
ψήφιζαψηφίζαμεψηφιζόμουν(α)ψηφιζόμαστε, ψηφιζόμασταν
ψήφιζεςψηφίζατεψηφιζόσουν(α)ψηφιζόσαστε, ψηφιζόσασταν
ψήφιζεψήφιζαν, ψηφίζαν(ε)ψηφιζόταν(ε)ψηφίζονταν, ψηφιζόντανε, ψηφιζόντουσαν
Aoristψήφισαψηφίσαμεψηφίστηκαψηφιστήκαμε
ψήφισεςψηφίσατεψηφίστηκεςψηφιστήκατε
ψήφισεψήφισαν, ψηφίσαν(ε)ψηφίστηκεψηφίστηκαν, ψηφιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ψηφίσει
έχω ψηφισμένο
έχουμε ψηφίσει
έχουμε ψηφισμένο
έχω ψηφιστεί
είμαι ψηφισμένος, -η
έχουμε ψηφιστεί
είμαστε ψηφισμένοι, -ες
έχεις ψηφίσει
έχεις ψηφισμένο
έχετε ψηφίσει
έχετε ψηφισμένο
έχεις ψηφιστεί
είσαι ψηφισμένος, -η
έχετε ψηφιστεί
είστε ψηφισμένοι, -ες
έχει ψηφίσει
έχει ψηφισμένο
έχουν ψηφίσει
έχουν ψηφισμένο
έχει ψηφιστεί
είναι ψηφισμένος, -η, -ο
έχουν ψηφιστεί
είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ψηφίσει
είχα ψηφισμένο
είχαμε ψηφίσει
είχαμε ψηφισμένο
είχα ψηφιστεί
ήμουν ψηφισμένος, -η
είχαμε ψηφιστεί
ήμαστε ψηφισμένοι, -ες
είχες ψηφίσει
είχες ψηφισμένο
είχατε ψηφίσει
είχατε ψηφισμένο
είχες ψηφιστεί
ήσουν ψηφισμένος, -η
είχατε ψηφιστεί
ήσαστε ψηφισμένοι, -ες
είχε ψηφίσει
είχε ψηφισμένο
είχαν ψηφίσει
είχαν ψηφισμένο
είχε ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένος, -η, -ο
είχαν ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψηφίζωθα ψηφίζουμε, θα ψηφίζομεθα ψηφίζομαιθα ψηφιζόμαστε
θα ψηφίζειςθα ψηφίζετεθα ψηφίζεσαιθα ψηφίζεστε, θα ψηφιζόσαστε
θα ψηφίζειθα ψηφίζουν(ε)θα ψηφίζεταιθα ψηφίζονται
Fut
ur
θα ψηφίσωθα ψηφίσουμε, θα ψηφίζομεθα ψηφιστώθα ψηφιστούμε
θα ψηφίσειςθα ψηφίσετεθα ψηφιστείςθα ψηφιστείτε
θα ψηφίσειθα ψηφίσουν(ε)θα ψηφιστείθα ψηφιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψηφίσει
θα έχω ψηφισμένο
θα έχουμε ψηφίσει
θα έχουμε ψηφισμένο
θα έχω ψηφιστεί
θα είμαι ψηφισμένος, -η
θα έχουμε ψηφιστεί
θα είμαστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχεις ψηφίσει
θα έχεις ψηφισμένο
θα έχετε ψηφίσει
θα έχετε ψηφισμένο
θα έχεις ψηφιστεί
θα είσαι ψηφισμένος, -η
θα έχετε ψηφιστεί
θα είστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχει ψηφίσει
θα έχει ψηφισμένο
θα έχουν ψηφίσει
θα έχουν ψηφισμένο
θα έχει ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένος, -η, -ο
θα έχουν ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψηφίζωνα ψηφίζουμε, να ψηφίζομενα ψηφίζομαινα ψηφιζόμαστε
να ψηφίζειςνα ψηφίζετενα ψηφίζεσαινα ψηφίζεστε, να ψηφιζόσαστε
να ψηφίζεινα ψηφίζουν(ε)να ψηφίζεταινα ψηφίζονται
Aoristνα ψηφίσωνα ψηφίσουμε, να ψηφίσομενα ψηφιστώνα ψηφιστούμε
να ψηφίσειςνα ψηφίσετενα ψηφιστείςνα ψηφιστείτε
να ψηφίσεινα ψηφίσουν(ε)να ψηφιστείνα ψηφιστούν(ε)
Perfνα έχω ψηφίσει
να έχω ψηφισμένο
να έχουμε ψηφίσει
να έχουμε ψηφισμένο
να έχω ψηφιστεί
να είμαι ψηφισμένος, -η
να έχουμε ψηφιστεί
να είμαστε ψηφισμένοι, -ες
να έχεις ψηφίσει
να έχεις ψηφισμένο
να έχετε ψηφίσει
να έχετε ψηφισμένο
να έχεις ψηφιστεί
να είσαι ψηφισμένος, -η
να έχετε ψηφιστεί
να είστε ψηφισμένοι, -ες
να έχει ψηφίσει
να έχει ψηφισμένο
να έχουν ψηφίσει
να έχουν ψηφισμένο
να έχει ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένος, -η, -ο
να έχουν ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presψήφιζεψηφίζετεψηφίζεστε
Aoristψήφισεψηφίστεψηφίσουψηφιστείτε
Part
izip
Presψηφίζονταςψηφιζόμενος
Perfέχοντας ψηφίσει, έχοντας ψηφισμένοψηφισμένος, -η, -οψηφισμένοι, -ες, -α
InfinAoristψηφίσειψηφιστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback