ψηφίζω  Verb  [psifizo, pshfizw]

Ähnliche Bedeutung wie ψηφίζω


Beispielsätze ψηφίζω

... είναι περισσότερο δίκαιο, χωρίς την οποιαδήποτε εύνοια ή εχθρότητα. Θα ψηφίζω μόνον για ζητήματα τα οποία άπτονται της κατηγορίας, ενώ θα ακούω αμερόληπτα ...

... 2016. Η χρονολογία γέννησης αντλήθηκε από την μηχανή αναζήτησης "Που Ψηφίζω" του Υπουργείου Εσωτερικών Συνέντευξη του Γιώργου Κωνσταντίνου στο Lifo ...

... πράγμα». Η παράδοση όριζε πως οι νόμοι μπορούσαν μόνο να περαστούν αν τους ψήφιζε η λαϊκή συνέλευση (Comitia Tributa, που σημαίνει «Φυλέτις Εκκλησία»). Ομοίως ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze durchbringen

... Du wirst ihn nicht durchbringen können, ganz gleich was du tust. ...

... kam er nach Ramlinsburg. Dort begründete er, um seine Familie besser durchbringen zu können, eine Lithografie. 1846 wurde ihm eine Lehrstelle in Aarau ...

... Allerdings war die Fläche nicht gross genug, um sich und ihre Familien durchbringen zu können. Sie hielten neben anderem Kleinvieh häufig auch Ziegen, die ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik



ΨΗΦΙΖΩ
I vote
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψηφίζωψηφίζουμε, ψηφίζομεψηφίζομαιψηφιζόμαστε
ψηφίζειςψηφίζετεψηφίζεσαιψηφίζεστε, ψηφιζόσαστε
ψηφίζειψηφίζουν(ε)ψηφίζεταιψηφίζονται
Imper
fekt
ψήφιζαψηφίζαμεψηφιζόμουν(α)ψηφιζόμαστε, ψηφιζόμασταν
ψήφιζεςψηφίζατεψηφιζόσουν(α)ψηφιζόσαστε, ψηφιζόσασταν
ψήφιζεψήφιζαν, ψηφίζαν(ε)ψηφιζόταν(ε)ψηφίζονταν, ψηφιζόντανε, ψηφιζόντουσαν
Aoristψήφισαψηφίσαμεψηφίστηκαψηφιστήκαμε
ψήφισεςψηφίσατεψηφίστηκεςψηφιστήκατε
ψήφισεψήφισαν, ψηφίσαν(ε)ψηφίστηκεψηφίστηκαν, ψηφιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ψηφίσει
έχω ψηφισμένο
έχουμε ψηφίσει
έχουμε ψηφισμένο
έχω ψηφιστεί
είμαι ψηφισμένος, -η
έχουμε ψηφιστεί
είμαστε ψηφισμένοι, -ες
έχεις ψηφίσει
έχεις ψηφισμένο
έχετε ψηφίσει
έχετε ψηφισμένο
έχεις ψηφιστεί
είσαι ψηφισμένος, -η
έχετε ψηφιστεί
είστε ψηφισμένοι, -ες
έχει ψηφίσει
έχει ψηφισμένο
έχουν ψηφίσει
έχουν ψηφισμένο
έχει ψηφιστεί
είναι ψηφισμένος, -η, -ο
έχουν ψηφιστεί
είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ψηφίσει
είχα ψηφισμένο
είχαμε ψηφίσει
είχαμε ψηφισμένο
είχα ψηφιστεί
ήμουν ψηφισμένος, -η
είχαμε ψηφιστεί
ήμαστε ψηφισμένοι, -ες
είχες ψηφίσει
είχες ψηφισμένο
είχατε ψηφίσει
είχατε ψηφισμένο
είχες ψηφιστεί
ήσουν ψηφισμένος, -η
είχατε ψηφιστεί
ήσαστε ψηφισμένοι, -ες
είχε ψηφίσει
είχε ψηφισμένο
είχαν ψηφίσει
είχαν ψηφισμένο
είχε ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένος, -η, -ο
είχαν ψηφιστεί
ήταν ψηφισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψηφίζωθα ψηφίζουμε, θα ψηφίζομεθα ψηφίζομαιθα ψηφιζόμαστε
θα ψηφίζειςθα ψηφίζετεθα ψηφίζεσαιθα ψηφίζεστε, θα ψηφιζόσαστε
θα ψηφίζειθα ψηφίζουν(ε)θα ψηφίζεταιθα ψηφίζονται
Fut
ur
θα ψηφίσωθα ψηφίσουμε, θα ψηφίζομεθα ψηφιστώθα ψηφιστούμε
θα ψηφίσειςθα ψηφίσετεθα ψηφιστείςθα ψηφιστείτε
θα ψηφίσειθα ψηφίσουν(ε)θα ψηφιστείθα ψηφιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψηφίσει
θα έχω ψηφισμένο
θα έχουμε ψηφίσει
θα έχουμε ψηφισμένο
θα έχω ψηφιστεί
θα είμαι ψηφισμένος, -η
θα έχουμε ψηφιστεί
θα είμαστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχεις ψηφίσει
θα έχεις ψηφισμένο
θα έχετε ψηφίσει
θα έχετε ψηφισμένο
θα έχεις ψηφιστεί
θα είσαι ψηφισμένος, -η
θα έχετε ψηφιστεί
θα είστε ψηφισμένοι, -ες
θα έχει ψηφίσει
θα έχει ψηφισμένο
θα έχουν ψηφίσει
θα έχουν ψηφισμένο
θα έχει ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένος, -η, -ο
θα έχουν ψηφιστεί
θα είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψηφίζωνα ψηφίζουμε, να ψηφίζομενα ψηφίζομαινα ψηφιζόμαστε
να ψηφίζειςνα ψηφίζετενα ψηφίζεσαινα ψηφίζεστε, να ψηφιζόσαστε
να ψηφίζεινα ψηφίζουν(ε)να ψηφίζεταινα ψηφίζονται
Aoristνα ψηφίσωνα ψηφίσουμε, να ψηφίσομενα ψηφιστώνα ψηφιστούμε
να ψηφίσειςνα ψηφίσετενα ψηφιστείςνα ψηφιστείτε
να ψηφίσεινα ψηφίσουν(ε)να ψηφιστείνα ψηφιστούν(ε)
Perfνα έχω ψηφίσει
να έχω ψηφισμένο
να έχουμε ψηφίσει
να έχουμε ψηφισμένο
να έχω ψηφιστεί
να είμαι ψηφισμένος, -η
να έχουμε ψηφιστεί
να είμαστε ψηφισμένοι, -ες
να έχεις ψηφίσει
να έχεις ψηφισμένο
να έχετε ψηφίσει
να έχετε ψηφισμένο
να έχεις ψηφιστεί
να είσαι ψηφισμένος, -η
να έχετε ψηφιστεί
να είστε ψηφισμένοι, -ες
να έχει ψηφίσει
να έχει ψηφισμένο
να έχουν ψηφίσει
να έχουν ψηφισμένο
να έχει ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένος, -η, -ο
να έχουν ψηφιστεί
να είναι ψηφισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presψήφιζεψηφίζετεψηφίζεστε
Aoristψήφισεψηφίστεψηφίσουψηφιστείτε
Part
izip
Presψηφίζονταςψηφιζόμενος
Perfέχοντας ψηφίσει, έχοντας ψηφισμένοψηφισμένος, -η, -οψηφισμένοι, -ες, -α
InfinAoristψηφίσειψηφιστεί






Griechische Definition zu ψηφίζω

ψηφίζω [psifízo] -ομαι : 1.δηλώνω την προσωπική μου προτίμηση, στα πλαίσια μιας συλλογικής διαδικασίας για την καταγραφή των προτιμήσεων που έχουν τα άτομα ενός συνόλου και για τη λήψη συλλογικών αποφάσεων: ψηφίζω δι΄ ανατάσεως της χειρός / διά βοής. Ψηφίζουμε για την εκλογή νέας βουλής / δημοτικών αρχών. Για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου ψηφίζουν μόνο τα τακτικά μέλη του συλλόγου. ψηφίζω κατά συνείδηση. || ασκώ το δικαίωμα να ψηφίζω: Ψήφισα για πρώτη φορά στις δημοτικές εκλογές. Σε ποιο εκλογικό τμήμα ψηφίζεις; || έχω το δικαίωμα ψήφου: Οι Έλληνες πολίτες ψηφίζουν από την ηλικία των δεκαοχτώ ετών. || ψηφίζω υπέρ (μιας πρότασης ή ενός προσώπου), υπερψηφίζω (βλ. και σημ. 2). ψηφίζω κατά / εναντίον (προσώπου ή πρότασης), καταψηφίζω. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ψηφίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15