μεγαλώνω  Verb  [megalono, meralono, megalwnw]

Ähnliche Bedeutung wie μεγαλώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μεγαλώνω

... Το Μεγαλώνοντας (αγγλικά: Boyhood) είναι αμερικανική δραματική ταινία παραγωγής 2014. Ο Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ σκηνοθέτησε και έγραψε το σενάριο και πρωταγωνιστούν ...

... Προτεσταντισμό και άρχισε η μεγάλη κόντρα μεταξύ των δύο μεγάλων ομάδων, η οποία με τα χρόνια μεγάλωνε περισσότερο (μέχρι και δολοφονίες υπήρξαν), απότοκο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vergrößern

... Es ist schade, dass man das Bild vergrößern muss, um es besser sehen zu können. ...

... Ich will dieses Foto vergrößern lassen. ...

... Es gibt zwei Wege, um glücklich zu sein: Wir verringern unsere Wünsche oder vergrößern unsere Mittel ... Wenn du weise bist, wirst du beides gleichzeitig tun. ...

Quelle: Tamy, Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΜΕΓΑΛΩΝΩ
I grow
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μεγαλώνωμεγαλώνουμε, μεγαλώνομε
μεγαλώνειςμεγαλώνετε
μεγαλώνειμεγαλώνουν(ε)
Imper
fekt
μεγάλωναμεγαλώναμε
μεγάλωνεςμεγαλώνατε
μεγάλωνεμεγάλωναν, μεγαλώναν(ε)
Aoristμεγάλωσαμεγαλώσαμε
μεγάλωσεςμεγαλώσατε
μεγάλωσεμεγάλωσαν, μεγαλώσαν(ε)
Per
fect
έχω μεγαλώσειέχουμε μεγαλώσει
έχεις μεγαλώσειέχετε μεγαλώσει
έχει μεγαλώσειέχουν μεγαλώσει
Plu
per
fect
είχα μεγαλώσειείχαμε μεγαλώσει
είχες μεγαλώσειείχατε μεγαλώσει
είχε μεγαλώσειείχαν μεγαλώσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μεγαλώνωθα μεγαλώνουμε, θα μεγαλώνομε
θα μεγαλώνειςθα μεγαλώνετε
θα μεγαλώνειθα μεγαλώνουν(ε)
Fut
ur
θα μεγαλώσωθα μεγαλώσουμε, θα μεγαλώσομε
θα μεγαλώσειςθα μεγαλώσετε
θα μεγαλώσειθα μεγαλώσουν
Fut
ur II
θα έχω μεγαλώσειθα έχουμε μεγαλώσει
θα έχεις μεγαλώσειθα έχετε μεγαλώσει
θα έχει μεγαλώσειθα έχουν μεγαλώσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μεγαλώνωνα μεγαλώνουμε, να μεγαλώνομε
να μεγαλώνειςνα μεγαλώνετε
να μεγαλώνεινα μεγαλώνουν(ε)
Aoristνα μεγαλώσωνα μεγαλώσουμε, να μεγαλώσομε
να μεγαλώσειςνα μεγαλώσετε
να μεγαλώσεινα μεγαλώσουν(ε)
Perfνα έχω μεγαλώσεινα έχουμε μεγαλώσει
να έχεις μεγαλώσεινα έχετε μεγαλώσει
να έχει μεγαλώσεινα έχουν μεγαλώσει
Imper
ativ
Presμεγάλωνεμεγαλώνετε
Aoristμεγάλωσεμεγαλώστε, μεγαλώσετε
Part
izip
Presμεγαλώνοντας
Perfέχοντας μεγαλώσει
InfinAoristμεγαλώσει












Griechische Definition zu μεγαλώνω

μεγαλώνω [meγalóno] Ρ1α μππ. μεγαλωμένος : ANT μικραίνω. 1α. αυξάνω τις διαστάσεις: Xρειάζεται να μεγαλώσουμε λίγο το σαλόνι γκρεμίζοντας τον τοίχο. β. αυξάνονται οι διαστάσεις μου: Mεγάλωσαν τα μαλλιά σου· θέλουν κόψιμο, μάκρυναν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μεγαλώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15