μαθαίνω  Verb  [matheno, mathainw]


Beispielsätze μαθαίνω

... Μου αρέσει να μαθαίνω ξένες γλώσσες. ...

... Δε μ' αρέσει να μαθαίνω ανώμαλα ρήματα. ...

... Τώρα μαθαίνω Εσπεράντο. ...

Quelle: glavkos, mululatv, glavkos


Beispielsätze ich lerne

... Also, ich lerne die englischen Sprache. ...

... Ich bin Anfängerin, aber ich lerne schnell. ...

... Ich bin Anfänger, aber ich lerne schnell. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΜΑΘΑΙΝΩ
didasko">I learn
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαθαίνωμαθαίνουμε, μαθαίνομε
μαθαίνειςμαθαίνετε
μαθαίνειμαθαίνουν(ε)
Imper
fekt
μάθαιναμαθαίναμε
μάθαινεςμαθαίνατε
μάθαινεμάθαιναν, μαθαίναν(ε)
Aoristέμαθαμάθαμε
έμαθεςμάθατε
έμαθεέμαθαν, μάθαναν(ε)
Per
fect
έχω μάθειέχουμε μάθει
έχεις μάθειέχετε μάθει
έχει μάθειέχουν μάθει
Plu
per
fect
είχα μάθειείχαμε μάθει
είχες μάθειείχατε μάθει
είχε μάθειείχαν μάθει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαθαίνωθα μαθαίνουμε, θα μαθαίνομε
θα μαθαίνειςθα μαθαίνετε
θα μαθαίνειθα μαθαίνουν(ε)
Fut
ur
θα μάθωθα μάθουμε, θα μάθομε
θα μάθειςθα μάθετε
θα μάθειθα μάθουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μάθειθα έχουμε μάθει
θα έχεις μάθειθα έχετε μάθει
θα έχει μάθειθα έχουν μάθει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαθαίνωνα μαθαίνουμε, να μαθαίνομε
να μαθαίνειςνα μαθαίνετε
να μαθαίνεινα μαθαίνουν(ε)
Aoristνα μάθωνα μάθουμε, να μάθομε
να μάθειςνα μάθετε
να μάθεινα μάθουν(ε)
Perfνα έχω μάθεινα έχουμε μάθει
να έχεις μάθεινα έχετε μάθει
να έχει μάθεινα έχουν μάθει
Imper
ativ
Presμάθαινεμαθαίνετε
Aoristμάθεμάθετε
Part
izip
Presμαθαίνοντας
Perfέχοντας μάθει
InfinAoristμάθει



Person Wortform
Präsens ich lerne
du lernst
er, sie, es lernt
Präteritum ich lernte
Konjunktiv II ich lernte
Imperativ Singular lerne!
Plural lernt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelernt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lernen


Griechische Definition zu μαθαίνω

μαθαίνω [maθéno] -ομαι Ρ αόρ. έμαθα, απαρέμφ. μάθει, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.), μππ. μαθημένος* : αποκτώ γνώση, πληροφορούμαι κτ.: Έμαθα από το δικηγόρο μου το αποτέλεσμα της δίκης. Πρέπει να μάθω την αλήθεια. Έμαθα ότι με ζήτησες και ήρθα. Tα έμαθες τα νέα; - Όχι· τι έγινε; (γνωμ.) από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια*. 1α. αποκτώ γνώσεις, ιδίως ένα σύνολο γνώσεων, με πνευματική εργασία ή με συνεχή άσκηση: μαθαίνω μια τέχνη / μια ξένη γλώσσα. μαθαίνω γράμματα, σπουδάζω. Ο άνθρωπος από τη φύση του θέλει πάντα να μαθαίνει. μαθαίνω να κάνω κτ., αποκτώ τη σχετική γνώση ή πείρα. μαθαίνω να διαβάζω / να παίζω κιθάρα. ΠAΡ Mάθε τέχνη* κι άσ΄ τηνε, κι αν πεινάσεις πιάσ΄ τηνε. β. κάνω κτήμα μου, αφομοιώνω ορισμένη γνώση ή διδασκαλία: Πολύ δύσκολο αυτό το μάθημα· δε μαθαίνεται εύκολα. μαθαίνω κτ. απ΄ έξω, το αποστηθίζω. γ. εξοικειώνομαι με κτ. ή το συνηθίζω: μαθαίνω το πιοτό / το κάπνισμα. Στο στρατό έμαθα το τσιγάρο. Έμαθε να ζει χωρίς να δουλεύει. Δεν έχω μάθει να ξυπνώ νωρίς. ΠAΡ Tώρα στα γεράματα* μάθε γέρο γράμματα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαθαίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15