lernen
 Verb

μαθαίνω Verb
(84)
μελετώ Verb
(10)
μαθητεύω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wladimir, ich bin erst seit gestern Parlamentspräsident, und da muss ich noch lernen, wie ich mich zu verhalten habe, aber es ist gut, alte Freunde in diesem Haus zu sehen.Vladimir, μόλις χθες άρχισα να μαθαίνω πώς να προεδρεύω στο Σώμα αλλά είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς παλιούς φίλους να έρχονται στο Σώμα.

Übersetzung bestätigt

Und ich würde sagen, dass dies alles in der heutigen Zeit in drei Worten zusammengefasst werden kann: Lernen, lernen und nochmals lernen.Και, θα έλεγα, όλα αυτά στη σημερινή εποχή μπορούν να συμπεριληφθούν σε δύο απλές λέξεις. Πρέπει να μαθαίνω, να μαθαίνω.

Übersetzung bestätigt

"Es ist nie zu spät zu lernen", und "Man lernt nie aus". Die beiden Titel der Mitteilung und des Aktionsplans der Kommission zum Thema Erwachsenenbildung sind ja überall ganz bekannte Sprüche, die aber, wenn man sie genau liest, in diesem Fall eigentlich auch ein Eingeständnis früherer Versäumnisse in der europäischen Bildungspolitik sind.εισηγήτρια. (DE) Κύριε Πρόεδρε, κύριε Επίτροπε, οι τίτλοι της ανακοίνωσης και του σχεδίου δράσης της Επιτροπής για το θέμα της εκπαίδευσης ενηλίκων "ποτέ δεν είναι αργά για μάθηση" και στα γερμανικά "Man lernt nie aus" ("όσο ζω, μαθαίνω") είναι γνωστές ρήσεις που ωστόσο αν τις διαβάσει κανείς προσεκτικά, βλέπει ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι βασικά και μία ομολογία παλιότερων παραλείψεων της ευρωπαϊκής πολιτικής για την παιδεία.

Übersetzung bestätigt

Ich kann mich irren, aber ich hege keinerlei Aggressionen weder gegen Sie noch gegen einen anderen, und ich bin stets bereit zu lernen.Μπορεί να σφάλλω, δεν εκδηλώνω όμως καμιά επιθετικότητα ούτε απέναντί σας ούτε απέναντι σε κανέναν, και είμαι πάντοτε διατεθειμένος να μαθαίνω.

Übersetzung bestätigt

Aber ich begann folgende interessante Sache zu lernen:Να όμως τι έχω αρχίσει να μαθαίνω, που είναι πολύ ενδιαφέρον:

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαθαίνωμαθαίνουμε, μαθαίνομε
μαθαίνειςμαθαίνετε
μαθαίνειμαθαίνουν(ε)
Imper
fekt
μάθαιναμαθαίναμε
μάθαινεςμαθαίνατε
μάθαινεμάθαιναν, μαθαίναν(ε)
Aoristέμαθαμάθαμε
έμαθεςμάθατε
έμαθεέμαθαν, μάθαναν(ε)
Per
fekt
έχω μάθειέχουμε μάθει
έχεις μάθειέχετε μάθει
έχει μάθειέχουν μάθει
Plu
per
fekt
είχα μάθειείχαμε μάθει
είχες μάθειείχατε μάθει
είχε μάθειείχαν μάθει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαθαίνωθα μαθαίνουμε, θα μαθαίνομε
θα μαθαίνειςθα μαθαίνετε
θα μαθαίνειθα μαθαίνουν(ε)
Fut
ur
θα μάθωθα μάθουμε, θα μάθομε
θα μάθειςθα μάθετε
θα μάθειθα μάθουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μάθειθα έχουμε μάθει
θα έχεις μάθειθα έχετε μάθει
θα έχει μάθειθα έχουν μάθει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαθαίνωνα μαθαίνουμε, να μαθαίνομε
να μαθαίνειςνα μαθαίνετε
να μαθαίνεινα μαθαίνουν(ε)
Aoristνα μάθωνα μάθουμε, να μάθομε
να μάθειςνα μάθετε
να μάθεινα μάθουν(ε)
Perfνα έχω μάθεινα έχουμε μάθει
να έχεις μάθεινα έχετε μάθει
να έχει μάθεινα έχουν μάθει
Imper
ativ
Presμάθαινεμαθαίνετε
Aoristμάθεμάθετε
Part
izip
Presμαθαίνοντας
Perfέχοντας μάθει
InfinAoristμάθει



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μελετάω, μελετώμελετάμε, μελετούμεμελετιέμαι, μελετώμαιμελετιόμαστε, μελετόμαστε, μελετώμεθα
μελετάςμελετάτεμελετιέσαι, μελετάσαιμελετιέστε, μελετιόσαστε, μελετάστε, μελετάσθε
μελετάει, μελετάμελετάν(ε), μελετούν(ε)μελετιέται, μελετάταιμελετιούνται, μελετιόνται, μελετώνται
Imper
fekt
μελετούσα, μελέταγαμελετούσαμε, μελετάγαμεμελετιόμουν(α)μελετιόμαστε, μελετιόμασταν
μελετούσες, μελέταγεςμελετούσατε, μελετάγατεμελετιόσουν(α)μελετιόσαστε, μελετιόσασταν
μελετούσε, μελέταγεμελετούσαν(ε), μελέταγαν, μελετάγανεμελετιόταν(ε)μελετιόνταν(ε), μελετιούνταν, μελετιόντουσαν
Aoristμελέτησαμελετήσαμεμελετήθηκαμελετηθήκαμε
μελέτησεςμελετήσατεμελετήθηκεςμελετηθήκατε
μελέτησεμελέτησαν, μελετήσαν(ε)μελετήθηκεμελετήθηκαν, μελετηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μελετήσει
έχω μελετημένο
έχουμε μελετήσει
έχουμε μελετημένο
έχω μελετηθεί
είμαι μελετημένος, -η
έχουμε μελετηθεί
είμαστε μελετημένοι, -ες
έχεις μελετήσει
έχεις μελετημένο
έχετε μελετήσει
έχετε μελετημένο
έχεις μελετηθεί
είσαι μελετημένος, -η
έχετε μελετηθεί
είστε μελετημένοι, -ες
έχει μελετήσει
έχει μελετημένο
έχουν μελετήσει
έχουν μελετημένο
έχει μελετηθεί
είναι μελετημένος, -η, -ο
έχουν μελετηθεί
είναι μελετημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μελετήσει
είχα μελετημένο
είχαμε μελετήσει
είχαμε μελετημένο
είχα μελετηθεί
ήμουν μελετημένος, -η
είχαμε μελετηθεί
ήμαστε μελετημένοι, -ες
είχες μελετήσει
είχες μελετημένο
είχατε μελετήσει
είχατε μελετημένο
είχες μελετηθεί
ήσουν μελετημένος, -η
είχατε μελετηθεί
ήσαστε μελετημένοι, -ες
είχε μελετήσει
είχε μελετημένο
είχαν μελετήσει
είχαν μελετημένο
είχε μελετηθεί
ήταν μελετημένος, -η, -ο
είχαν μελετηθεί
ήταν μελετημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μελετάω, θα μελετώθα μελετάμε, θα μελετούμεθα μελετιέμαι, θα μελετώμαιθα μελετιόμαστε, θα μελετόμαστε, θα μελετώμεθα
θα μελετάςθα μελετάτεθα μελετιέσαι, θα μελετάσαιθα μελετιέστε, θα μελετιόσαστε, θα μελετάστε, θα μελετάσθε
θα μελετάει, θα μελετάθα μελετάν(ε), θα μελετούν(ε)θα μελετιέται, θα μελετάταιθα μελετιούνται, θα μελετιόνται, θα μελετώνται
Fut
ur
θα μελετήσωθα μελετήσουμε, θα μελετήσομεθα μελετηθώθα μελετηθούμε
θα μελετήσειςθα μελετήσετεθα μελετηθείςθα μελετηθείτε
θα μελετήσειθα μελετήσουν(ε)θα μελετηθείθα μελετηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μελετήσει
θα έχω μελετημένο
θα έχουμε μελετήσει
θα έχουμε μελετημένο
θα έχω μελετηθεί
θα είμαι μελετημένος, -η
θα έχουμε μελετηθεί
θα είμαστε μελετημένοι, -ες
θα έχεις μελετήσει
θα έχεις μελετημένο
θα έχετε μελετήσει
θα έχετε μελετημένο
θα έχεις μελετηθεί
θα είσαι μελετημένος, -η
θα έχετε μελετηθεί
θα είστε μελετημένοι, -ες
θα έχει μελετήσει
θα έχει μελετημένο
θα έχουν μελετήσει
θα έχουν μελετημένο
θα έχει μελετηθεί
θα είναι μελετημένος, -η, -ο
θα έχουν μελετηθεί
θα είναι μελετημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μελετάω, να μελετώνα μελετάμε, να μελετούμενα μελετιέμαι, να μελετώμαινα μελετιόμαστε, να μελετόμαστε, να μελετώμεθα
να μελετάςνα μελετάτενα μελετιέσαι, να μελετάσαινα μελετιέστε, να μελετιόσαστε, να μελετάστε, να μελετάσθε
να μελετάει, να μελετάνα μελετάν(ε), να μελετούν(ε)να μελετιέται, να μελετάταινα μελετιούνται, να μελετιόνται, να μελετώνται
Aoristνα μελετήσωνα μελετήσουμε, να μελετήσομενα μελετηθώνα μελετηθούμε
να μελετήσειςνα μελετήσετενα μελετηθείςνα μελετηθείτε
να μελετήσεινα μελετήσουν(ε)να μελετηθείνα μελετηθούν(ε)
Perfνα έχω μελετήσει
να έχω μελετημένο
να έχουμε μελετήσει
να έχουμε μελετημένο
να έχω μελετηθεί
να είμαι μελετημένος, -η
να έχουμε μελετηθεί
να είμαστε μελετημένοι, -ες
να έχεις μελετήσει
να έχεις μελετημένο
να έχετε μελετήσει
να έχετε μελετημένο
να έχεις μελετηθεί
να είσαι μελετημένος, -η
να έχετε μελετηθεί
να είστε μελετημένοι, -η
να έχει μελετήσει
να έχει μελετημένο
να έχουν μελετήσει
να έχουν μελετημένο
να έχει μελετηθεί
να είναι μελετημένος, -η, -ο
να έχουν μελετηθεί
να είναι μελετημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμελέτα, μελέταγεμελετάτεμελετιέστε, μελετάστε, μελετάσθε
Aoristμελέτησε, μελέταμελετήστεμελετήσουμελετηθείτε
Part
izip
Presμελετώνταςμελετώμενος
Perfέχοντας μελετήσει, έχοντας μελετημένομελετημένος, -η, -ομελετημένοι, -ες, -α
InfinAoristμελετήσειμελετηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback