μελετώ  Verb  [meleto, meletw]

Ähnliche Bedeutung wie μελετώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu μελετώ

μελετώμαι


Beispielsätze μελετώ

... Μ' αρέσει να μελετώ γλώσσες. ...

... Μου αρέσει να μελετώ γλώσσες. ...

... Μου αρέσει να μελετώ Γαλλικά. ...

Quelle: musiclover, musiclover, musiclover


Beispielsätze erwägen

... Ernsthaft erwägen sollte man die Verwendung des Esperantos als Brücken- oder Relaissprache in der internen Kommunikation der Europäischen Union. ...

... Vier Eigenschaften gehören zu einem Richter: höflich anzuhören, weise zu antworten, vernünftig zu erwägen und unparteiisch zu entscheiden. ...

... Wir erwägen Schritte gegen diejenigen, welche für die gegenwärtige Gewalt Verantwortung tragen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΜΕΛΕΤΩ
I study
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μελετάω, μελετώμελετάμε, μελετούμεμελετιέμαι, μελετώμαιμελετιόμαστε, μελετόμαστε, μελετώμεθα
μελετάςμελετάτεμελετιέσαι, μελετάσαιμελετιέστε, μελετιόσαστε, μελετάστε, μελετάσθε
μελετάει, μελετάμελετάν(ε), μελετούν(ε)μελετιέται, μελετάταιμελετιούνται, μελετιόνται, μελετώνται
Imper
fekt
μελετούσα, μελέταγαμελετούσαμε, μελετάγαμεμελετιόμουν(α)μελετιόμαστε, μελετιόμασταν
μελετούσες, μελέταγεςμελετούσατε, μελετάγατεμελετιόσουν(α)μελετιόσαστε, μελετιόσασταν
μελετούσε, μελέταγεμελετούσαν(ε), μελέταγαν, μελετάγανεμελετιόταν(ε)μελετιόνταν(ε), μελετιούνταν, μελετιόντουσαν
Aoristμελέτησαμελετήσαμεμελετήθηκαμελετηθήκαμε
μελέτησεςμελετήσατεμελετήθηκεςμελετηθήκατε
μελέτησεμελέτησαν, μελετήσαν(ε)μελετήθηκεμελετήθηκαν, μελετηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μελετήσει
έχω μελετημένο
έχουμε μελετήσει
έχουμε μελετημένο
έχω μελετηθεί
είμαι μελετημένος, -η
έχουμε μελετηθεί
είμαστε μελετημένοι, -ες
έχεις μελετήσει
έχεις μελετημένο
έχετε μελετήσει
έχετε μελετημένο
έχεις μελετηθεί
είσαι μελετημένος, -η
έχετε μελετηθεί
είστε μελετημένοι, -ες
έχει μελετήσει
έχει μελετημένο
έχουν μελετήσει
έχουν μελετημένο
έχει μελετηθεί
είναι μελετημένος, -η, -ο
έχουν μελετηθεί
είναι μελετημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μελετήσει
είχα μελετημένο
είχαμε μελετήσει
είχαμε μελετημένο
είχα μελετηθεί
ήμουν μελετημένος, -η
είχαμε μελετηθεί
ήμαστε μελετημένοι, -ες
είχες μελετήσει
είχες μελετημένο
είχατε μελετήσει
είχατε μελετημένο
είχες μελετηθεί
ήσουν μελετημένος, -η
είχατε μελετηθεί
ήσαστε μελετημένοι, -ες
είχε μελετήσει
είχε μελετημένο
είχαν μελετήσει
είχαν μελετημένο
είχε μελετηθεί
ήταν μελετημένος, -η, -ο
είχαν μελετηθεί
ήταν μελετημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μελετάω, θα μελετώθα μελετάμε, θα μελετούμεθα μελετιέμαι, θα μελετώμαιθα μελετιόμαστε, θα μελετόμαστε, θα μελετώμεθα
θα μελετάςθα μελετάτεθα μελετιέσαι, θα μελετάσαιθα μελετιέστε, θα μελετιόσαστε, θα μελετάστε, θα μελετάσθε
θα μελετάει, θα μελετάθα μελετάν(ε), θα μελετούν(ε)θα μελετιέται, θα μελετάταιθα μελετιούνται, θα μελετιόνται, θα μελετώνται
Fut
ur
θα μελετήσωθα μελετήσουμε, θα μελετήσομεθα μελετηθώθα μελετηθούμε
θα μελετήσειςθα μελετήσετεθα μελετηθείςθα μελετηθείτε
θα μελετήσειθα μελετήσουν(ε)θα μελετηθείθα μελετηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μελετήσει
θα έχω μελετημένο
θα έχουμε μελετήσει
θα έχουμε μελετημένο
θα έχω μελετηθεί
θα είμαι μελετημένος, -η
θα έχουμε μελετηθεί
θα είμαστε μελετημένοι, -ες
θα έχεις μελετήσει
θα έχεις μελετημένο
θα έχετε μελετήσει
θα έχετε μελετημένο
θα έχεις μελετηθεί
θα είσαι μελετημένος, -η
θα έχετε μελετηθεί
θα είστε μελετημένοι, -ες
θα έχει μελετήσει
θα έχει μελετημένο
θα έχουν μελετήσει
θα έχουν μελετημένο
θα έχει μελετηθεί
θα είναι μελετημένος, -η, -ο
θα έχουν μελετηθεί
θα είναι μελετημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μελετάω, να μελετώνα μελετάμε, να μελετούμενα μελετιέμαι, να μελετώμαινα μελετιόμαστε, να μελετόμαστε, να μελετώμεθα
να μελετάςνα μελετάτενα μελετιέσαι, να μελετάσαινα μελετιέστε, να μελετιόσαστε, να μελετάστε, να μελετάσθε
να μελετάει, να μελετάνα μελετάν(ε), να μελετούν(ε)να μελετιέται, να μελετάταινα μελετιούνται, να μελετιόνται, να μελετώνται
Aoristνα μελετήσωνα μελετήσουμε, να μελετήσομενα μελετηθώνα μελετηθούμε
να μελετήσειςνα μελετήσετενα μελετηθείςνα μελετηθείτε
να μελετήσεινα μελετήσουν(ε)να μελετηθείνα μελετηθούν(ε)
Perfνα έχω μελετήσει
να έχω μελετημένο
να έχουμε μελετήσει
να έχουμε μελετημένο
να έχω μελετηθεί
να είμαι μελετημένος, -η
να έχουμε μελετηθεί
να είμαστε μελετημένοι, -ες
να έχεις μελετήσει
να έχεις μελετημένο
να έχετε μελετήσει
να έχετε μελετημένο
να έχεις μελετηθεί
να είσαι μελετημένος, -η
να έχετε μελετηθεί
να είστε μελετημένοι, -η
να έχει μελετήσει
να έχει μελετημένο
να έχουν μελετήσει
να έχουν μελετημένο
να έχει μελετηθεί
να είναι μελετημένος, -η, -ο
να έχουν μελετηθεί
να είναι μελετημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμελέτα, μελέταγεμελετάτεμελετιέστε, μελετάστε, μελετάσθε
Aoristμελέτησε, μελέταμελετήστεμελετήσουμελετηθείτε
Part
izip
Presμελετώνταςμελετώμενος
Perfέχοντας μελετήσει, έχοντας μελετημένομελετημένος, -η, -ομελετημένοι, -ες, -α
InfinAoristμελετήσειμελετηθεί













Person Wortform
Präsens ich lerne
du lernst
er, sie, es lernt
Präteritum ich lernte
Konjunktiv II ich lernte
Imperativ Singular lerne!
Plural lernt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelernt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lernen


Griechische Definition zu μελετώ

μελετώ [meletó] & -άω : 1α. ασχολούμαι με τη μελέτη1, και ιδίως διαβάζω προσεκτικά, προσπαθώντας να μάθω ή να καταλάβω κτ.: μελετώ τα μαθήματά μου / ένα θεατρικό ρόλο. Mελετάει δέκα ώρες την ημέρα. Mελετημένος άνθρωπος, που έχει μελετήσει πολύ. β. εξετάζω κτ. επιστημονικά ή λεπτομερειακά: μελετώ ένα πρόβλημα / ένα φαινόμενο. Mελετημένο σχέδιο. Tο ζήτημα μελετάται. Tο θέμα δε μελετήθηκε όσο πρέπει. γ. (λαϊκότρ.) σκοπεύω: Tι μελετάς να κάνεις; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μελετώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15