λαμβάνω  Verb  [lamvano, lambanw]

Ähnliche Bedeutung wie λαμβάνω


Beispielsätze λαμβάνω

... άλογο;». Από το 1845, αυτοί που λάμβαναν το Τάγμα του Αγίου Βλαδίμηρου και το Τάγμα του Αγίου Γεωργίου ανεξαρτήτως τάξεως λάμβαναν κληρονομικούς τίτλους ευγενείας ...

... ppm). Σπάνια βρίσκεται ως αυτοφυές και πολλές φορές συνυπάρχει με χρυσό. Λαμβάνεται κυρίως ως παραπροϊόν παραγωγής και ηλεκτρολυτικής επεξεργασίας άλλων μετάλλων ...

... παίκτες, προπονητές και θεατές θέτουν υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις που λαμβάνονται από το διαιτητή και τους βοηθούς του σε έναν αγώνα. Έχουν γίνει πολλές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erhalten

... Obwohl ich seine Erklärungen erhalten habe, verstehe ich es nach wie vor nicht. ...

... Bitte senden Sie mir eine Antwort, sobald Sie diese Mail erhalten haben. ...

... Die Sprachen, die beim Projekt Tatoeba eine Transliteration erhalten haben, sind das Japanische, Chinesische, Schanghainesische, Georgische und Usbekische. ...

Quelle: xtofu80, Peanutfan, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΛΑΜΒΑΝΩ
I accept
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λαμβάνωλαμβάνουμε, λαμβάνομελαμβάνομαιλαμβανόμαστε
λαμβάνειςλαμβάνετελαμβάνεσαιλαμβάνεστε, λαμβανόσαστε
λαμβάνειλαμβάνουν(ε)λαμβάνεταιλαμβάνονται
Imper
fekt
λάμβαναλαμβάναμελαμβανόμουν(α)λαμβανόμαστε
λάμβανεςλαμβάνατελαμβανόσουν(α)λαμβανόσαστε
λάμβανελάμβαναν, λαμβάναν(ε)λαμβανόταν(ε)λαμβάνονταν
Aoristέλαβαλάβαμελήφθηκαληφθήκαμε
έλαβεςλάβατελήφθηκεςληφθήκατε
έλαβεέλαβαν, λάβαν(ε)λήφθηκε, ελήφθηλήφθηκαν, ελήφθησαν
Per
fect
έχω λάβειέχουμε λάβειέχω ληφθεί
είμαι ειλημμένος, -η
έχουμε ληφθεί
είμαστε ειλημμένοι, -ες
έχεις λάβειέχετε λάβειέχεις ληφθεί
είσαι ειλημμένος, -η
έχετε ληφθεί
είστε ειλημμένοι, -ες
έχει λάβειέχουν λάβειέχει ληφθεί
είναι ειλημμένος, -η, -ο
έχουν ληφθεί
είναι ειλημμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα λάβειείχαμε λάβειείχα ληφθεί
ήμουν ειλημμένος, -η
είχαμε ληφθεί
ήμαστε ειλημμένοι, -ες
είχες λάβειείχατε λάβειείχες ληφθεί
ήσουν ειλημμένος, -η
είχατε ληφθεί
ήσαστε ειλημμένοι, -ες
είχε λάβειείχαν λάβειείχε ληφθεί
ήταν ειλημμένος, -η, -ο
είχαν ληφθεί
ήταν ειλημμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λαμβάνωθα λαμβάνουμε, θα λαμβάνομεθα λαμβάνομαιθα λαμβανόμαστε
θα λαμβάνειςθα λαμβάνετεθα λαμβάνεσαιθα λαμβάνεστε, θα λαμβανόσαστε
θα λαμβάνειθα λαμβάνουν(ε)θα λαμβάνεταιθα λαμβάνονται
Fut
ur
θα λάβωθα λάβουμε, θα λάβομεθα ληφθώθα ληφθούμε
θα λάβειςθα λάβετεθα ληφθείςθα ληφθείτε
θα λάβειθα λάβουν(ε)θα ληφθείθα ληφθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λάβειθα έχουμε λάβειθα έχω ληφθεί
θα είμαι ειλημμένος, -η
θα έχουμε ληφθεί
θα είμαστε ειλημμένοι, -ες
θα έχεις λάβειθα έχετε λάβειθα έχεις ληφθεί
θα είσαι ειλημμένος, -η
θα έχετε ληφθεί
θα είστε ειλημμένοι, -ες
θα έχει λάβειθα έχουν λάβειθα έχει ληφθεί
θα είναι ειλημμένος, -η, -ο
θα έχουν ληφθεί
θα είναι ειλημμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λαμβάνωνα λαμβάνουμε, να λαμβάνομενα λαμβάνομαινα λαμβανόμαστε
να λαμβάνειςνα λαμβάνετενα λαμβάνεσαινα λαμβάνεστε, να λαμβανόσαστε
να λαμβάνεινα λαμβάνουν(ε)να λαμβάνεταινα λαμβάνονται
Aoristνα λάβωνα λάβουμε, να λάβομενα ληφθώνα ληφθούμε
να λάβειςνα λάβετενα ληφθείςνα ληφθείτε
να λάβεινα λάβουν(ε)να ληφθείνα ληφθούν(ε)
Perfνα έχω λάβεινα έχουμε λάβεινα έχω ληφθεί
να είμαι ειλημμένος, -η
να έχουμε ληφθεί
να είμαστε ειλημμένοι, -ες
να έχεις λάβεινα έχετε λάβεινα έχεις ληφθεί
να είσαι ειλημμένος, -η
να έχετε ληφθεί
να είστε ειλημμένοι, -ες
να έχει λάβεινα έχουν λάβεινα έχει ληφθεί
να είναι ειλημμένος, -η, -ο
να έχουν ληφθεί
να είναι ειλημμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presλάμβανελαμβάνετελαμβάνεστε
Aoristέλαβελάβετεληφθείτε
Part
izip
Presλαμβάνονταςλαμβανόμενος
Perfέχοντας λάβειειλημμένος, -η, -οειλημμένοι, -ες, -α
InfinAoristλάβειληφθεί



Person Wortform
Präsens ich erhalte
du erhältst
er, sie, es erhält
Präteritum ich erhielt
Konjunktiv II ich erhielte
Imperativ Singular erhalt!
erhalte!
Plural erhaltet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
erhalten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:erhalten



Icon tools.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Überarbeitung. Hilf bitte mit, ihn zu verbessern, und entferne anschließend diese Markierung.

Folgendes ist zu überarbeiten: Bedeutungen 2–5 belegen; überprüfen, ob alle Synonyme passen



Griechische Definition zu λαμβάνω

λαμβάνω [lamváno] -ομαι Ρ αόρ. έλαβα, απαρέμφ. λάβει, παθ. αόρ. λήφθηκα, γ' πρόσ. και ελήφθη, ελήφθησαν, απαρέμφ. ληφθεί & (σπάν.) λαβαίνω [lavéno] Ρ αόρ. έλαβα, απαρέμφ. λάβει : 1. δέχομαι, παίρνω κτ. από κπ., είμαι ο παραλήπτης: Έλαβα το δέμα / το γράμμα / την επιταγή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λαμβάνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15