κουβαλώ  Verb  [kuvalo, koybalw]

Ähnliche Bedeutung wie κουβαλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κουβαλώ

... Τα Μυαλά που Κουβαλάς (αγγλικά: Inside Out) είναι αμερικανική ταινία κινουμένων σχεδίων παραγωγής 2015. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Πιτ Ντόκτερ και το σενάριο ...

... τότε που ακόμη δεν υπήρχε κεντρική ύδρευση και ο Σπύρος τον βοηθούσε κουβαλώντας το νερό. Όταν αποφασίστηκε να αναβιώσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες το ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΟΥΒΑΛΩ
I carry
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουβαλάω, κουβαλώκουβαλάμε, κουβαλούμεκουβαλιέμαικουβαλιόμαστε
κουβαλάςκουβαλάτεκουβαλιέσαικουβαλιέστε, κουβαλιόσαστε
κουβαλάει, κουβαλάκουβαλάν(ε), κουβαλούν(ε)κουβαλιέταικουβαλιούνται, κουβαλιόνται
Imper
fekt
κουβαλούσα, κουβάλαγακουβαλούσαμε, κουβαλάγαμεκουβαλιόμουν(α)κουβαλιόμαστε, κουβαλιόμασταν
κουβαλούσες, κουβάλαγεςκουβαλούσατε, κουβαλάγατεκουβαλιόσουν(α)κουβαλιόσαστε, κουβαλιόσασταν
κουβαλούσε, κουβάλαγεκουβαλούσαν(ε), κουβάλαγαν, κουβαλάγανεκουβαλιόταν(ε)κουβαλιόνταν(ε), κουβαλιούνταν, κουβαλιόντουσαν
Aoristκουβάλησακουβαλήσαμεκουβαλήθηκακουβαληθήκαμε
κουβάλησεςκουβαλήσατεκουβαλήθηκεςκουβαληθήκατε
κουβάλησεκουβάλησαν, κουβαλήσαν(ε)κουβαλήθηκεκουβαλήθηκαν, κουβαληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κουβαλήσει
έχω κουβαλημένο
έχουμε κουβαλήσει
έχουμε κουβαλημένο
έχω κουβαληθεί
είμαι κουβαλημένος, -η
έχουμε κουβαληθεί
είμαστε κουβαλημένοι, -ες
έχεις κουβαλήσει
έχεις κουβαλημένο
έχετε κουβαλήσει
έχετε κουβαλημένο
έχεις κουβαληθεί
είσαι κουβαλημένος, -η
έχετε κουβαληθεί
είστε κουβαλημένοι, -ες
έχει κουβαλήσει
έχει κουβαλημένο
έχουν κουβαλήσει
έχουν κουβαλημένο
έχει κουβαληθεί
είναι κουβαλημένος, -η, -ο
έχουν κουβαληθεί
είναι κουβαλημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κουβαλήσει
είχα κουβαλημένο
είχαμε κουβαλήσει
είχαμε κουβαλημένο
είχα κουβαληθεί
ήμουν κουβαλημένος, -η
είχαμε κουβαληθεί
ήμαστε κουβαλημένοι, -ες
είχες κουβαλήσει
είχες κουβαλημένο
είχατε κουβαλήσει
είχατε κουβαλημένο
είχες κουβαληθεί
ήσουν κουβαλημένος, -η
είχατε κουβαληθεί
ήσαστε κουβαλημένοι, -ες
είχε κουβαλήσει
είχε κουβαλημένο
είχαν κουβαλήσει
είχαν κουβαλημένο
είχε κουβαληθεί
ήταν κουβαλημένος, -η, -ο
είχαν κουβαληθεί
ήταν κουβαλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουβαλάω, θα κουβαλώθα κουβαλάμε, θα κουβαλούμεθα κουβαλιέμαιθα κουβαλιόμαστε
θα κουβαλάςθα κουβαλάτεθα κουβαλιέσαιθα κουβαλιέστε, θα κουβαλιόσαστε
θα κουβαλάει, θα κουβαλάθα κουβαλάν(ε), θα κουβαλούν(ε)θα κουβαλιέταιθα κουβαλιούνται, θα κουβαλιόνται
Fut
ur
θα κουβαλήσωθα κουβαλήσουμε, θα κουβαλήσομεθα κουβαληθώθα κουβαληθούμε
θα κουβαλήσειςθα κουβαλήσετεθα κουβαληθείςθα κουβαληθείτε
θα κουβαλήσειθα κουβαλήσουν(ε)θα κουβαληθείθα κουβαληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουβαλήσει
θα έχω κουβαλημένο
θα έχουμε κουβαλήσει
θα έχουμε κουβαλημένο
θα έχω κουβαληθεί
θα είμαι κουβαλημένος, -η
θα έχουμε κουβαληθεί
θα είμαστε κουβαλημένοι, -ες
θα έχεις κουβαλήσει
θα έχεις κουβαλημένο
θα έχετε κουβαλήσει
θα έχετε κουβαλημένο
θα έχεις κουβαληθεί
θα είσαι κουβαλημένος, -η
θα έχετε κουβαληθεί
θα είστε κουβαλημένοι, -ες
θα έχει κουβαλήσει
θα έχει κουβαλημένο
θα έχουν κουβαλήσει
θα έχουν κουβαλημένο
θα έχει κουβαληθεί
θα είναι κουβαλημένος, -η, -ο
θα έχουν κουβαληθεί
θα είναι κουβαλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουβαλάω, να κουβαλώνα κουβαλάμε, να κουβαλούμενα κουβαλιέμαινα κουβαλιόμαστε
να κουβαλάςνα κουβαλάτενα κουβαλιέσαινα κουβαλιέστε, να κουβαλιόσαστε
να κουβαλάει, να κουβαλάνα κουβαλάν(ε), να κουβαλούν(ε)να κουβαλιέταινα κουβαλιούνται, να κουβαλιόνται
Aoristνα κουβαλήσωνα κουβαλήσουμε, να κουβαλήσομενα κουβαληθώνα κουβαληθούμε
να κουβαλήσειςνα κουβαλήσετενα κουβαληθείςνα κουβαληθείτε
να κουβαλήσεινα κουβαλήσουν(ε)να κουβαληθείνα κουβαληθούν(ε)
Perfνα έχω κουβαλήσει
να έχω κουβαλημένο
να έχουμε κουβαλήσει
να έχουμε κουβαλημένο
να έχω κουβαληθεί
να είμαι κουβαλημένος, -η
να έχουμε κουβαληθεί
να είμαστε κουβαλημένοι, -ες
να έχεις κουβαλήσει
να έχεις κουβαλημένο
να έχετε κουβαλήσει
να έχετε κουβαλημένο
να έχεις κουβαληθεί
να είσαι κουβαλημένος, -η
να έχετε κουβαληθεί
να είστε κουβαλημένοι, -η
να έχει κουβαλήσει
να έχει κουβαλημένο
να έχουν κουβαλήσει
να έχουν κουβαλημένο
να έχει κουβαληθεί
να είναι κουβαλημένος, -η, -ο
να έχουν κουβαληθεί
να είναι κουβαλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκουβάλα, κουβάλαγεκουβαλάτεκουβαλιέστε
Aoristκουβάλησε, κουβάλακουβαλήστεκουβαλήσουκουβαληθείτε
Part
izip
Presκουβαλώντας
Perfέχοντας κουβαλήσει, έχοντας κουβαλημένοκουβαλημένος, -η, -οκουβαλημένοι, -ες, -α
InfinAoristκουβαλήσεικουβαληθεί










Griechische Definition zu κουβαλώ

κουβαλώ [kuvaló] & -άω, -ιέμαι : 1α. μεταφέρω κτ., συνήθ. βαρύ και ογκώδες, από ένα μέρος σε ένα άλλο: Kουβαλούσε ένα μεγάλο κιβώτιο. Δεν μπορώ να κουβαλήσω όλες αυτές τις τσάντες! Bοήθησέ με να κουβαλήσω τα ψώνια. Kουβαλάει κάθε μέρα νερό από τη βρύση. Ο Aινείας έφυγε κουβαλώντας στην πλάτη του το γέροντα πατέρα του. Kουβαλάει χώμα με το φορτηγό. || Kαι τι δεν κουβαλάει στο σπίτι του!, φέρνει με αφθονία όλα τα απαραίτητα για την οικογένειά του, τρόφιμα κτλ. || κουβαλώ πάντα ομπρέλα μαζί μου, έχω. ΦΡ κουβαλώ νερό στο μύλο κάποιου, με τα λόγια ή με τις πράξεις μου ενισχύω τις απόψεις ή τις πράξεις κάποιου, συνήθ. χωρίς να έχω αυτή την πρόθεση, αλλά από κακή εκτίμηση της πραγματικότητας. ΠAΡ Ο ποντικός* στην τρύπα δε χωρεί και κολοκύθια κουβαλεί. || (έκφρ.) κουβαλώ κπ. στην πλάτη μου, έχω τη φροντίδα και την ευθύνη του: Ως πότε θα σε κουβαλώ στην πλάτη μου; β. (οικ.) μεταφέρω την οικοσκευή μου από ένα σπίτι σε ένα άλλο· μετακομίζω: Πότε θα κουβαληθείτε; Θα κουβαλήσουμε σε μια βδομάδα. 2. (μτφ.) α. υποχρεώνω κπ. να έρθει μαζί μου ή τον αναγκάζω να πάει κάπου: Tζάμπα μας κουβάλησες! Tι μας κουβάλησες τέτοια ώρα; Tον κουβαλήσαμε με το ζόρι. || πηγαίνω κάπου απρόσκλητος ή συνοδεύω κπ. απρόσκλητο και ανεπιθύμητο: Mας κουβαλήθηκαν κι άλλοι. Tι μας τους κουβάλησες όλους αυτούς; β. για οτιδήποτε αντιμετωπίζεται, μέσα σε μια χρονική διαδρομή, είτε ως δυσβάσταχτο φορτίο είτε ως στοιχείο πλούσιας πείρας ή μεγάλης ευθύνης: Όλοι μας κουβαλάμε το προπατορικό αμάρτημα. Tο Άγιο Όρος κουβαλάει μια χιλιόχρονη παράδοση. Kουβαλάει ένα μεγάλο όνομα. γ. (λογοτ.): Οι ευωδιές που κουβαλούσε το αεράκι.

[μσν. κουβαλώ < ελνστ. κοβαλ(εύω) `μεταφέρω (για χαμάλη)΄ μεταπλ. ( [o > u] από επίδρ. του υπερ. [k] και του χειλ. [v] ) < αρχ. κόβαλος (μαρτυρείται στη σημ.: `ξεδιάντροπος απατεώνας΄)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κουβαλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15