bringen
 Verb

φέρω Verb
(1123)
φέρνω Verb
(46)
κουβαλώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Um den Wandel zustande zu bringen, werde ich mit dem Europäischen Parlament und allen Mitgliedstaaten eng zusammenarbeiten.“Θα συνεργαστώ στενά με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και όλα τα κράτη μέλη για να φέρω την αλλαγή.»

Übersetzung bestätigt

Frau Präsidentin! Ich möchte dem Hohen Haus den heftigen Protest und die Empörung der Bauern Griechenlands zur Kenntnis bringen, die erneut energische Massenaktionen gegen die landwirtschaftsfeindliche Politik der Europäischen Union unternehmen, die sie von ihren Feldern vertreibt, die Landwirtschaft vernichtet und das flache Land entvölkert.Κυρία Πρόεδρε, θέλω να φέρω στην αίθουσα αυτή τη σθεναρή διαμαρτυρία και την αγανάκτηση της αγροτιάς της Ελλάδας, που βρίσκεται πάλι σε μαζικές, δυναμικές κινητοποιήσεις ενάντια στην αντιαγροτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που τους διώχνει από τα χωράφια τους, τους ξεκληρίζει, ερημώνει την ύπαιθρό μας.

Übersetzung bestätigt

Ich möchte die Frau Kommissarin für Außenbeziehungen nicht in Schwierigkeiten bringen, aber sie hat immerhin davon gesprochen, die Regierung zu unterstützen, nicht einzelne Minister.Δεν θέλω να φέρω σε δύσκολη θέση την Επίτροπο Εξωτερικών Σχέσεων, όμως ανέκαθεν έλεγε να υποστηρίζουμε την κυβέρνηση και όχι επιμέρους υπουργούς.

Übersetzung bestätigt

Mit der Unterstützung des Parlaments im Rücken und unter dessen Führung werde ich mich bemühen, auf dem Erreichten aufzubauen und mein institutionelles Mandat auszufüllen, das darin besteht, die Union den Bürgern näher zu bringen und der EU-Verwaltung ein "menschliches Antlitz" zu geben.Με την υποστήριξη και την καθοδήγηση του Κοινοβουλίου θα συνεχίσω να πασχίζω για τη βελτίωση των υφιστάμενων επιτευγμάτων, προκειμένου να εκπληρώσω σωστά τη θεσμική εντολή μου να φέρω την Ένωση πιο κοντά στους πολίτες και να δώσω στη διοίκηση της ΕΕ ένα "ανθρώπινο πρόσωπο".

Übersetzung bestätigt

Ich möchte nicht die Anhänger des "Ja" in Gegensatz zu den Anhängern des "Nein" bringen, Herr de Villiers.Κύριε de Villiers, δεν θέλω να φέρω σε αντιπαράθεση το στρατόπεδο του "ναι" με το στρατόπεδο του "όχι".

Übersetzung bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φέρω, ferno">φέρνωφέρουμε, φέρομεφέρομαιφερόμαστε
φέρειςφέρετεφέρεσαιφέρεστε, φερόσαστε
φέρειφέρουν(ε)φέρεταιφέρονται
Imper
fekt
έφεραφέραμεφερόμουν(α)φερόμαστε, φερόμασταν
έφερεςφέρατεφερόσουν(α)φερόσαστε, φερόσασταν
έφερεέφεραν, φέραν(ε)φερόταν(ε)φέρονταν, φερόντανε, φερόντουσαν
Aoristέφεραφέραμεφέρθηκαφερθήκαμε
έφερεςφέρατεφέρθηκεςφερθήκατε
έφερεέφεραν, φέραν(ε)φέρθηκεφέρθηκαν, φερθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φέρειέχουμε φέρειέχω φερθείέχουμε φερθεί
έχεις φέρειέχετε φέρειέχεις φερθείέχετε φερθεί
έχει φέρειέχουν φέρειέχει φερθείέχουν φερθεί
Plu
per
fekt
είχα φέρειείχαμε φέρειείχα φερθείείχαμε φερθεί
είχες φέρειείχατε φέρειείχες φερθείείχατε φερθεί
είχε φέρειείχαν φέρειείχε φερθείείχαν φερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φέρωθα φέρουμε, θα φέρομεθα φέρομαιθα φερόμαστε
θα φέρειςθα φέρετεθα φέρεσαιθα φέρεστε, θα φερόσαστε
θα φέρειθα φέρουν(ε)θα φέρεταιθα φέρονται
Fut
ur
θα φέρωθα φέρουμε, θα φέρομεθα φερθώθα φερθούμε
θα φέρειςθα φέρετεθα φερθείςθα φερθείτε
θα φέρειθα φέρουν(ε)θα φερθείθα φερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φέρειθα έχουμε φέρειθα έχω φερθείθα έχουμε φερθεί
θα έχεις φέρειθα έχετε φέρειθα έχεις φερθείθα έχετε φερθεί
θα έχει φέρειθα έχουν φέρειθα έχει φερθείθα έχουν φερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φέρωνα φέρουμε, να φέρομενα φέρομαινα φερόμαστε
να φέρειςνα φέρετενα φέρεσαινα φέρεστε, να φερόσαστε
να φέρεινα φέρουν(ε)να φέρεταινα φέρονται
Aoristνα φέρωνα φέρουμε, να φέρομενα φερθώνα φερθούμε
να φέρειςνα φέρετενα φερθείςνα φερθείτε
να φέρεινα φέρουν(ε)να φερθείνα φερθούν(ε)
Perfνα έχω φέρεινα έχουμε φέρεινα έχω φερθείνα έχουμε φερθεί
να έχεις φέρεινα έχετε φέρεινα έχεις φερθείνα έχετε φερθεί
να έχει φέρεινα έχουν φέρεινα έχει φερθείνα έχουν φερθεί
Imper
ativ
Presφέρεφέρετεφέρεστε
Aoristφέρεφέρτε, φέρετεφέρουφερθείτε
Part
izip
Presφέρονταςφερόμενος
Perfέχοντας φέρειφερμένος, -η, -οφερμένοι, -ες, -α
InfinAoristφέρειφερθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φέρνω, fero">φέρωφέρνουμε, φέρνομεφέρνομαιφερνόμαστε
φέρνειςφέρνετεφέρνεσαιφέρνεστε, φερνόσαστε
φέρνειφέρνουν(ε)φέρνεταιφέρνονται
Imper
fekt
έφερναφέρναμεφερνόμουν(α)φερνόμαστε, φερνόμασταν
έφερνεςφέρνατεφερνόσουν(α)φερνόσαστε, φερνόσασταν
έφερνεέφερναν, φέρναν(ε)φερνόταν(ε)φέρνονταν, φερνόντανε, φερνόντουσαν
Aoristέφεραφέραμεφέρθηκαφερθήκαμε
έφερεςφέρατεφέρθηκεςφερθήκατε
έφερεέφεραν, φέραν(ε)φέρθηκεφέρθηκαν, φερθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω φέρει
έχω φερμένο
έχουμε φέρει
έχουμε φερμένο
έχω φερθείέχουμε φερθεί
έχεις φέρει
έχεις φερμένο
έχετε φέρει
έχετε φερμένο
έχεις φερθείέχετε φερθεί
έχει φέρει
έχει φερμένο
έχουν φέρει
έχουν φερμένο
έχει φερθείέχουν φερθεί
Plu
per
fekt
είχα φέρει
είχα φερμένο
είχαμε φέρει
είχαμε φερμένο
είχα φερθείείχαμε φερθεί
είχες φέρει
είχες φερμένο
είχατε φέρει
είχατε φερμένο
είχες φερθείείχατε φερθεί
είχε φέρει
είχε φερμένο
είχαν φέρει
είχαν φερμένο
είχε φερθείείχαν φερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φέρνωθα φέρνουμε, θα φέρνομεθα φέρνομαιθα φερνόμαστε
θα φέρνειςθα φέρνετεθα φέρνεσαιθα φέρνεστε, θα φερνόσαστε
θα φέρνειθα φέρνουν(ε)θα φέρνεταιθα φέρνονται
Fut
ur
θα φέρωθα φέρουμε, θα φέρομεθα φερθώθα φερθούμε
θα φέρειςθα φέρετεθα φερθείςθα φερθείτε
θα φέρειθα φέρουν(ε)θα φερθείθα φερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φέρει
θα έχω φερμένο
θα έχουμε φέρει
θα έχουμε φερμένο
θα έχω φερθείθα έχουμε φερθεί
θα έχεις φέρει
θα έχεις φερμένο
θα έχετε φέρει
θα έχετε φερμένο
θα έχεις φερθείθα έχετε φερθεί
θα έχει φέρει
θα έχει φερμένο
θα έχουν φέρει
θα έχουν φερμένο
θα έχει φερθείθα έχουν φερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φέρνωνα φέρνουμε, να φέρνομενα φέρνομαινα φερνόμαστε
να φέρνειςνα φέρνετενα φέρνεσαινα φέρνεστε, να φερνόσαστε
να φέρνεινα φέρνουν(ε)να φέρνεταινα φέρνονται
Aoristνα φέρωνα φέρουμε, να φέρομενα φερθώνα φερθούμε
να φέρειςνα φέρετενα φερθείςνα φερθείτε
να φέρεινα φέρουν(ε)να φερθείνα φερθούν(ε)
Perfνα έχω φέρει
να έχω φερμένο
να έχουμε φέρει
να έχουμε φερμένο
να έχω φερθείνα έχουμε φερθεί
να έχεις φέρει
να έχεις φερμένο
να έχετε φέρει
να έχετε φερμένο
να έχεις φερθείνα έχετε φερθεί
να έχει φέρει
να έχει φερμένο
να έχουν φέρει
να έχουν φερμένο
να έχει φερθείνα έχουν φερθεί
Imper
ativ
Presφέρνεφέρνετεφέρνεστε
Aoristφέρεφέρτεφέρσουφερθείτε
Part
izip
Presφέρνοντας
Perfέχοντας φέρει, έχοντας φερμένοφερμένος, -η, -οφερμένοι, -ες, -α
InfinAoristφέρειφερθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουβαλάω, κουβαλώκουβαλάμε, κουβαλούμεκουβαλιέμαικουβαλιόμαστε
κουβαλάςκουβαλάτεκουβαλιέσαικουβαλιέστε, κουβαλιόσαστε
κουβαλάει, κουβαλάκουβαλάν(ε), κουβαλούν(ε)κουβαλιέταικουβαλιούνται, κουβαλιόνται
Imper
fekt
κουβαλούσα, κουβάλαγακουβαλούσαμε, κουβαλάγαμεκουβαλιόμουν(α)κουβαλιόμαστε, κουβαλιόμασταν
κουβαλούσες, κουβάλαγεςκουβαλούσατε, κουβαλάγατεκουβαλιόσουν(α)κουβαλιόσαστε, κουβαλιόσασταν
κουβαλούσε, κουβάλαγεκουβαλούσαν(ε), κουβάλαγαν, κουβαλάγανεκουβαλιόταν(ε)κουβαλιόνταν(ε), κουβαλιούνταν, κουβαλιόντουσαν
Aoristκουβάλησακουβαλήσαμεκουβαλήθηκακουβαληθήκαμε
κουβάλησεςκουβαλήσατεκουβαλήθηκεςκουβαληθήκατε
κουβάλησεκουβάλησαν, κουβαλήσαν(ε)κουβαλήθηκεκουβαλήθηκαν, κουβαληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κουβαλήσει
έχω κουβαλημένο
έχουμε κουβαλήσει
έχουμε κουβαλημένο
έχω κουβαληθεί
είμαι κουβαλημένος, -η
έχουμε κουβαληθεί
είμαστε κουβαλημένοι, -ες
έχεις κουβαλήσει
έχεις κουβαλημένο
έχετε κουβαλήσει
έχετε κουβαλημένο
έχεις κουβαληθεί
είσαι κουβαλημένος, -η
έχετε κουβαληθεί
είστε κουβαλημένοι, -ες
έχει κουβαλήσει
έχει κουβαλημένο
έχουν κουβαλήσει
έχουν κουβαλημένο
έχει κουβαληθεί
είναι κουβαλημένος, -η, -ο
έχουν κουβαληθεί
είναι κουβαλημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κουβαλήσει
είχα κουβαλημένο
είχαμε κουβαλήσει
είχαμε κουβαλημένο
είχα κουβαληθεί
ήμουν κουβαλημένος, -η
είχαμε κουβαληθεί
ήμαστε κουβαλημένοι, -ες
είχες κουβαλήσει
είχες κουβαλημένο
είχατε κουβαλήσει
είχατε κουβαλημένο
είχες κουβαληθεί
ήσουν κουβαλημένος, -η
είχατε κουβαληθεί
ήσαστε κουβαλημένοι, -ες
είχε κουβαλήσει
είχε κουβαλημένο
είχαν κουβαλήσει
είχαν κουβαλημένο
είχε κουβαληθεί
ήταν κουβαλημένος, -η, -ο
είχαν κουβαληθεί
ήταν κουβαλημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουβαλάω, θα κουβαλώθα κουβαλάμε, θα κουβαλούμεθα κουβαλιέμαιθα κουβαλιόμαστε
θα κουβαλάςθα κουβαλάτεθα κουβαλιέσαιθα κουβαλιέστε, θα κουβαλιόσαστε
θα κουβαλάει, θα κουβαλάθα κουβαλάν(ε), θα κουβαλούν(ε)θα κουβαλιέταιθα κουβαλιούνται, θα κουβαλιόνται
Fut
ur
θα κουβαλήσωθα κουβαλήσουμε, θα κουβαλήσομεθα κουβαληθώθα κουβαληθούμε
θα κουβαλήσειςθα κουβαλήσετεθα κουβαληθείςθα κουβαληθείτε
θα κουβαλήσειθα κουβαλήσουν(ε)θα κουβαληθείθα κουβαληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουβαλήσει
θα έχω κουβαλημένο
θα έχουμε κουβαλήσει
θα έχουμε κουβαλημένο
θα έχω κουβαληθεί
θα είμαι κουβαλημένος, -η
θα έχουμε κουβαληθεί
θα είμαστε κουβαλημένοι, -ες
θα έχεις κουβαλήσει
θα έχεις κουβαλημένο
θα έχετε κουβαλήσει
θα έχετε κουβαλημένο
θα έχεις κουβαληθεί
θα είσαι κουβαλημένος, -η
θα έχετε κουβαληθεί
θα είστε κουβαλημένοι, -ες
θα έχει κουβαλήσει
θα έχει κουβαλημένο
θα έχουν κουβαλήσει
θα έχουν κουβαλημένο
θα έχει κουβαληθεί
θα είναι κουβαλημένος, -η, -ο
θα έχουν κουβαληθεί
θα είναι κουβαλημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουβαλάω, να κουβαλώνα κουβαλάμε, να κουβαλούμενα κουβαλιέμαινα κουβαλιόμαστε
να κουβαλάςνα κουβαλάτενα κουβαλιέσαινα κουβαλιέστε, να κουβαλιόσαστε
να κουβαλάει, να κουβαλάνα κουβαλάν(ε), να κουβαλούν(ε)να κουβαλιέταινα κουβαλιούνται, να κουβαλιόνται
Aoristνα κουβαλήσωνα κουβαλήσουμε, να κουβαλήσομενα κουβαληθώνα κουβαληθούμε
να κουβαλήσειςνα κουβαλήσετενα κουβαληθείςνα κουβαληθείτε
να κουβαλήσεινα κουβαλήσουν(ε)να κουβαληθείνα κουβαληθούν(ε)
Perfνα έχω κουβαλήσει
να έχω κουβαλημένο
να έχουμε κουβαλήσει
να έχουμε κουβαλημένο
να έχω κουβαληθεί
να είμαι κουβαλημένος, -η
να έχουμε κουβαληθεί
να είμαστε κουβαλημένοι, -ες
να έχεις κουβαλήσει
να έχεις κουβαλημένο
να έχετε κουβαλήσει
να έχετε κουβαλημένο
να έχεις κουβαληθεί
να είσαι κουβαλημένος, -η
να έχετε κουβαληθεί
να είστε κουβαλημένοι, -η
να έχει κουβαλήσει
να έχει κουβαλημένο
να έχουν κουβαλήσει
να έχουν κουβαλημένο
να έχει κουβαληθεί
να είναι κουβαλημένος, -η, -ο
να έχουν κουβαληθεί
να είναι κουβαλημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκουβάλα, κουβάλαγεκουβαλάτεκουβαλιέστε
Aoristκουβάλησε, κουβάλακουβαλήστεκουβαλήσουκουβαληθείτε
Part
izip
Presκουβαλώντας
Perfέχοντας κουβαλήσει, έχοντας κουβαλημένοκουβαλημένος, -η, -οκουβαλημένοι, -ες, -α
InfinAoristκουβαλήσεικουβαληθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback