φέρνω  Verb  [ferno, fernw]

Ähnliche Bedeutung wie φέρνω


Beispielsätze φέρνω

... Ο Φερνάν Μπρωντέλ (Fernand Paul Achille Braudel, 24 Αυγούστου 1902 – 27 Νοεμβρίου 1985) ήταν Γάλλος ιστορικός. Είναι ο σπουδαιότερος Γάλλος ιστορικός της ...

... Ανακτήθηκε στις 09 Φεβρουαρίου 2013.  «Μάντσεστερ Σίτυ:Το χρήμα φέρνει ευτυχία». espressonews.gr. 23 Ιανουαρίου 2011. http://www.espressonews.gr/default ...

... Ο Φερνάν Λεζέ (Joseph Fernand Henri Léger, 4 Φεβρουαρίου 1881 - 17 Αυγούστου 1955) ήταν Γάλλος ζωγράφος και γλύπτης, ο οποίος ξεκίνησε από τον κυβισμό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bringen

... Geben Sie so viel Wasser zu den Kartoffeln, dass sie bedeckt sind und bringen Sie es zum Kochen. ...

... Wieso bringen wir ihm nicht eine Flasche Wein mit? ...

... Dies ist unsere Chance, auf diesen Ruf zu antworten. Das ist unser Augenblick. Das ist unsere Zeit, unser Volk zurück zur Arbeit zu bringen und Chancen für unsere Kinder zu eröffnen, Wohlstand wiederherzustellen und die Sache des Friedens voranzubringen, den amerikanischen Traum zurückzugewinnen und diese fundamentale Wahrheit zu bekräftigen, dass wir aus vielen heraus eins sind, dass wir hoffen, während wir atmen. Und wenn wir auf Zynismus und Zweifel stoßen und auf diejenigen, die sagen, wir können das nicht, dass wir dann mit jenem zeitlosen Glauben antworten, der den Geist eines Volkes zusammenfasst: Ja, wir können. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, jerom

Grammatik


ΦΕΡΝΩ
I carry
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φέρνω, fero">φέρωφέρνουμε, φέρνομεφέρνομαιφερνόμαστε
φέρνειςφέρνετεφέρνεσαιφέρνεστε, φερνόσαστε
φέρνειφέρνουν(ε)φέρνεταιφέρνονται
Imper
fekt
έφερναφέρναμεφερνόμουν(α)φερνόμαστε, φερνόμασταν
έφερνεςφέρνατεφερνόσουν(α)φερνόσαστε, φερνόσασταν
έφερνεέφερναν, φέρναν(ε)φερνόταν(ε)φέρνονταν, φερνόντανε, φερνόντουσαν
Aoristέφεραφέραμεφέρθηκαφερθήκαμε
έφερεςφέρατεφέρθηκεςφερθήκατε
έφερεέφεραν, φέραν(ε)φέρθηκεφέρθηκαν, φερθήκαν(ε)
Per
fect
έχω φέρει
έχω φερμένο
έχουμε φέρει
έχουμε φερμένο
έχω φερθείέχουμε φερθεί
έχεις φέρει
έχεις φερμένο
έχετε φέρει
έχετε φερμένο
έχεις φερθείέχετε φερθεί
έχει φέρει
έχει φερμένο
έχουν φέρει
έχουν φερμένο
έχει φερθείέχουν φερθεί
Plu
per
fect
είχα φέρει
είχα φερμένο
είχαμε φέρει
είχαμε φερμένο
είχα φερθείείχαμε φερθεί
είχες φέρει
είχες φερμένο
είχατε φέρει
είχατε φερμένο
είχες φερθείείχατε φερθεί
είχε φέρει
είχε φερμένο
είχαν φέρει
είχαν φερμένο
είχε φερθείείχαν φερθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φέρνωθα φέρνουμε, θα φέρνομεθα φέρνομαιθα φερνόμαστε
θα φέρνειςθα φέρνετεθα φέρνεσαιθα φέρνεστε, θα φερνόσαστε
θα φέρνειθα φέρνουν(ε)θα φέρνεταιθα φέρνονται
Fut
ur
θα φέρωθα φέρουμε, θα φέρομεθα φερθώθα φερθούμε
θα φέρειςθα φέρετεθα φερθείςθα φερθείτε
θα φέρειθα φέρουν(ε)θα φερθείθα φερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φέρει
θα έχω φερμένο
θα έχουμε φέρει
θα έχουμε φερμένο
θα έχω φερθείθα έχουμε φερθεί
θα έχεις φέρει
θα έχεις φερμένο
θα έχετε φέρει
θα έχετε φερμένο
θα έχεις φερθείθα έχετε φερθεί
θα έχει φέρει
θα έχει φερμένο
θα έχουν φέρει
θα έχουν φερμένο
θα έχει φερθείθα έχουν φερθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φέρνωνα φέρνουμε, να φέρνομενα φέρνομαινα φερνόμαστε
να φέρνειςνα φέρνετενα φέρνεσαινα φέρνεστε, να φερνόσαστε
να φέρνεινα φέρνουν(ε)να φέρνεταινα φέρνονται
Aoristνα φέρωνα φέρουμε, να φέρομενα φερθώνα φερθούμε
να φέρειςνα φέρετενα φερθείςνα φερθείτε
να φέρεινα φέρουν(ε)να φερθείνα φερθούν(ε)
Perfνα έχω φέρει
να έχω φερμένο
να έχουμε φέρει
να έχουμε φερμένο
να έχω φερθείνα έχουμε φερθεί
να έχεις φέρει
να έχεις φερμένο
να έχετε φέρει
να έχετε φερμένο
να έχεις φερθείνα έχετε φερθεί
να έχει φέρει
να έχει φερμένο
να έχουν φέρει
να έχουν φερμένο
να έχει φερθείνα έχουν φερθεί
Imper
ativ
Presφέρνεφέρνετεφέρνεστε
Aoristφέρεφέρτεφέρσουφερθείτε
Part
izip
Presφέρνοντας
Perfέχοντας φέρει, έχοντας φερμένοφερμένος, -η, -οφερμένοι, -ες, -α
InfinAoristφέρειφερθεί






Griechische Definition zu φέρνω

φέρνω [férno] -ομαι Ρ αόρ. έφερα, απαρέμφ. φέρει, (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.), μππ. φερμένος : 1α. (για πρόσ.) κρατώ ή σηκώνω κπ. και τον μεταφέ ρω κάπου: Tον έφεραν πάνω σε φορείο. Tο λεωφορείο τους πήγαινε και τους έφερνε καθημερινά. β. (για πργ.) παίρνω, κρατώ κτ. και το μεταφέ ρω, το δίνω κάπου: Φέρε μου ένα ποτήρι νερό / ένα καφεδάκι / τις παντό φλες μου. Γκαρσόν, φέρε μας μπίρες. Ο ένας έφερνε τα τούβλα και ο άλλος τα στοίβαζε. Θες να σου φέρω τίποτα απ΄ έξω; Tι δώρο μου έφερες; || (για εντολή, διαταγή): Φέρε ΄δω τα λεφτά / το βιβλίο!, δώσε. || (σε κατά ρα): Που να σε φέρουν!, να πεθάνεις. (έκφρ.) φέρνω κπ. στη ζωή / στο φως, γεν νώ. φέρνω κτ. στο φως, αποκαλύπτω, δημοσιοποιώ: H έρευνα έφερε στο φως καινούρια στοιχεία. 2. οδηγώ κπ. ή κτ. προς μια κατεύθυνση, κατευθύνω: Ένα μικρό δρομάκι έφερνε στο ξωκλήσι. Πού μας έφερες εδώ στα κατσάβραχα; (έκφρ.) με φέρνει ο δρόμος*. || (επέκτ.): φέρνω σε επαφή κπ. με κπ. άλλον. Ένα τυχαίο γεγονός τους έφερε κοντά, τους πλησίασε. Πήρε το πιάτο και του το έφερε στο κεφάλι, τον χτύπησε με αυτό. (έκφρ.) φέρνω κτ. σε πέρας*. φέρνω κπ. στο φιλότιμο*. φέρνω κτ. στα μέτρα* μου. ΦΡ φέρνω κπ. ή κτ. σε λογαριασμό*. || (μτφ.): φέρνω κπ. προς τις απόψεις μου. Έφερε την κουβέντα αλλού. φέρνω στη μνήμη μου κτ., θυμάμαι κτ. ΦΡ φέρνω κπ. ως εδώ*. φέρνω κπ. τούμπα*. φέρνω κπ. στα νερά* μου. τα φέρνω βόλτα*. φέρνω βόλτα* κπ. φέρνω (τις) βόλτες* (μου). τη φέρνω σε κπ., τον εξαπατώ, τον ξεγελώ. τον / τη φέρνω γύρα*. φέρνω γυροβολιά*. 3. οδηγώ, παρουσιάζω κπ. κάπου, καλώ κπ. ή ενεργώ ώστε να έρθει: Έφεραν τους μάρτυρές τους στο δικαστήριο. Φέρε μας την αρραβωνιαστικιά σου να τη γνωρίσουμε. φέρνω (το) γιατρό / (τον) υδραυλικό / (τον) ηλεκτρολόγο / (το) μάστορα. Για την επισκευή της βλάβης έφεραν ειδικό. Πρόσεξε, γιατί θα φέρω την αστυνομία. 4α. προμηθεύομαι, εισάγω κτ. από κάπου (για να το χρησιμοποιήσω ή να το διαθέσω): Έφεραν μηχανήματα από το εξωτερικό. Φέραμε καινούρια υφάσματα / ρούχα / μοντέ λα / εμπορεύματα. Tα ανταλλακτικά μάς τελείωσαν· θα φέρουμε από βδομάδα. β. μεταφέρω κτ. από άλλον τόπο: Mας φέρανε το νερό / το ρεύμα. Tο ποτάμι φέρνει λάσπη από ψηλά. || (επέκτ.): Tι νέα μας έφερες; Φοβάμαι μη μας φέρει καμιά αρρώστια, μεταδώσει. 5. οδηγώ, εξωθώ, εξαναγκάζω κπ. σε κάποιες ενέργειες ή δημιουργώ καταστάσεις (αρνητικές ή δυσάρεστες): Tον έφεραν σε απόγνωση / σε απελπισία / σε δύσκολη θέση. Mας έφεραν στο όριο*. Δεν ήρθα με τη θέλησή μου, η ανάγκη με έφερε. ΦΡ φέρνω κπ. στο αμήν*. 6. αποφέρω, αποδίδω: H επιχείρηση / η δουλειά / η επένδυση έφερε μεγάλα κέρδη. Οι προσπάθειες δεν έφεραν καρπούς. 7. προσελκύω: H διαφήμιση φέρνει πελατεία. H μυρουδιά του ψαριού έφε ρε τις γάτες. 8. πετυχαίνω: H ομάδα έφερε καλά αποτελέσματα / ισοπαλία. Έριξα τα ζάρια κι έφερα εξάρες. 9. είμαι, γίνομαι αιτία για κτ., προξε νώ, επιφέρω, προκαλώ κτ. ή συντελώ σε κτ.: Οι πόλεμοι / οι σεισμοί / οι θεομηνίες φέρνουν καταστροφές. Mου φέρνει δίψα / νύστα / αϋπνία / αηδία / πλήξη / δυσφορία / τύχη / γούρι* / ατυχία / γρουσουζιά. Tα λόγια του μου έφεραν δάκρυα στα μάτια. H ενέργειές του (δεν) έφεραν αποτελέσματα. H απεργία έφερε αναστάτωση. Ο αγώνας του ΄21 μάς έφερε τη λευτεριά. Tο ΄φερε η τύχη / η κουβέντα / η περίσταση / ο διάολος / η κακιά ώρα. Nα δούμε τι θα μας φέρει ο καινούριος χρόνος. H αναξιοπιστία της πολιτικής έφερε τη δικτατορία. H ανεξέλεγκτη χρήση της τεχνολογίας φέρνει την υποταγή του ανθρώπου στις μηχανές. Tο ένα φέρνει τ΄ άλλο. (γνωμ.) το χρήμα δε φέρνει (την) ευτυχία. ο ύπνος* φέρνει ύπνο. ΠAΡ ΦΡ ό,τι / όσα φέρνει η ώρα, δεν το / τα φέρνει ο χρόνος*. ΠAΡ Ένας κούκος / ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη*. 10. (προφ., λαϊκότρ.) μοιάζω σε κπ. άλλον ή σε κτ. άλλο: Tο κορίτσι φέρνει στη μάνα του / της μάνας του. Tο χρώμα των ματιών του φέρνει λίγο προς το γκρίζο. 11. προβάλλω, προτείνω, διατυπώνω κτ.: φέρνω αντιρρήσεις / προσκόμματα / δυσκολίες / εμπόδια. φέρνω (ως) παράδειγμα. Παραδόθηκε χωρίς να φέρει αντίσταση. Ο δικηγόρος έφερε καινούριες προτάσεις στο δικαστήριο. Tα προγνωστικά τον φέρνουν πρώτο / φαβορί / νικητή, τον θεωρούν, τον εμφανίζουν. φέρνω ένα θέμα για συζήτηση. H κυβέρνηση θα φέρει νόμο για ψήφιση στη βου λή. (έκφρ.) το έφερε ο λόγος / η κουβέντα / η συζήτηση, για κτ. που αναφέρεται με αφορμή κτ. άλλο. ΦΡ φέρνω τον κατακλυσμό* / την καταστροφή*.

[μσν. φέρνω < αρχ. φέρω μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. φερ- αναλ. προς το σχ.: καμ- (ἔκαμον) - κάμνω, τεμ- (ἔτεμον) - τέμνω για σαφέστερη διάκρ. των δύο ρηματ. θεμάτων]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φέρνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15