κεντώ  Verb  [kento, kentw]

Ähnliche Bedeutung wie κεντώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κεντώ

... Συντεταγμένες: 51°11′N 0°44′E / 51.19°N 0.73°E / 51.19; 0.73 Το Κεντ (αγγλικά: Kent) είναι μια κομητεία στη νοτιοανατολική Αγγλία, όπου ζουν 1.466 ...

... Ίλμουντ του Κέντ (Ealhmund of Kent) ήταν βασιλιάς του Κεντ (784), απόγονος του Κερντίκ υιός του Εάφα του Ουέσσεξ και της κόρης του βασιλιά του Κέντ Εθελμπέρτ ...

... Ο Έθελρεντ του Ουέσσεξ και του Κεντ (Æthelred of Wessex, 847 – 23 Απριλίου 871) βασιλιάς του Ουέσσεξ και του Κεντ (865 - 871) ήταν τέταρτος γιος του Έθελγουλφ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stechen

... Dorn und Distel stechen sehr, falsche Zungen noch viel mehr. ...

... Hungrige Fliegen stechen übel. ...

... Es war ein Fehler, mir dieses Tattoo stechen zu lassen. ...

Quelle: enteka, Esperantostern, BraveSentry

Grammatik


ΚΕΝΤΩ
I embroider
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κεντάω, κεντώκεντάμε, κεντούμεκεντιέμαικεντιόμαστε
κεντάςκεντάτεκεντιέσαικεντιέστε, κεντιόσαστε
κεντάει, κεντάκεντάν(ε), κεντούν(ε)κεντιέταικεντιούνται, κεντιόνται
Imper
fekt
κεντούσα, κένταγακεντούσαμε, κεντάγαμεκεντιόμουν(α)κεντιόμαστε, κεντιόμασταν
κεντούσες, κένταγεςκεντούσατε, κεντάγατεκεντιόσουν(α)κεντιόσαστε, κεντιόσασταν
κεντούσε, κένταγεκεντούσαν(ε), κένταγαν, κεντάγανεκεντιόταν(ε)κεντιόνταν(ε), κεντιούνταν, κεντιόντουσαν
Aoristκέντησακεντήσαμεκεντήθηκακεντηθήκαμε
κέντησεςκεντήσατεκεντήθηκεςκεντηθήκατε
κέντησεκέντησαν, κεντήσαν(ε)κεντήθηκεκεντήθηκαν, κεντηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κεντήσει
έχω κεντημένο
έχουμε κεντήσει
έχουμε κεντημένο
έχω κεντηθεί
είμαι κεντημένος, -η
έχουμε κεντηθεί
είμαστε κεντημένοι, -ες
έχεις κεντήσει
έχεις κεντημένο
έχετε κεντήσει
έχετε κεντημένο
έχεις κεντηθεί
είσαι κεντημένος, -η
έχετε κεντηθεί
είστε κεντημένοι, -ες
έχει κεντήσει
έχει κεντημένο
έχουν κεντήσει
έχουν κεντημένο
έχει κεντηθεί
είναι κεντημένος, -η, -ο
έχουν κεντηθεί
είναι κεντημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κεντήσει
είχα κεντημένο
είχαμε κεντήσει
είχαμε κεντημένο
είχα κεντηθεί
ήμουν κεντημένος, -η
είχαμε κεντηθεί
ήμαστε κεντημένοι, -ες
είχες κεντήσει
είχες κεντημένο
είχατε κεντήσει
είχατε κεντημένο
είχες κεντηθεί
ήσουν κεντημένος, -η
είχατε κεντηθεί
ήσαστε κεντημένοι, -ες
είχε κεντήσει
είχε κεντημένο
είχαν κεντήσει
είχαν κεντημένο
είχε κεντηθεί
ήταν κεντημένος, -η, -ο
είχαν κεντηθεί
ήταν κεντημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κεντάω, θα κεντώθα κεντάμε, θα κεντούμεθα κεντιέμαιθα κεντιόμαστε
θα κεντάςθα κεντάτεθα κεντιέσαιθα κεντιέστε, θα κεντιόσαστε
θα κεντάει, θα κεντάθα κεντάν(ε), θα κεντούν(ε)θα κεντιέταιθα κεντιούνται, θα κεντιόνται
Fut
ur
θα κεντήσωθα κεντήσουμε, θα κεντήσομεθα κεντηθώθα κεντηθούμε
θα κεντήσειςθα κεντήσετεθα κεντηθείςθα κεντηθείτε
θα κεντήσειθα κεντήσουν(ε)θα κεντηθείθα κεντηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κεντήσει
θα έχω κεντημένο
θα έχουμε κεντήσει
θα έχουμε κεντημένο
θα έχω κεντηθεί
θα είμαι κεντημένος, -η
θα έχουμε κεντηθεί
θα είμαστε κεντημένοι, -ες
θα έχεις κεντήσει
θα έχεις κεντημένο
θα έχετε κεντήσει
θα έχετε κεντημένο
θα έχεις κεντηθεί
θα είσαι κεντημένος, -η
θα έχετε κεντηθεί
θα είστε κεντημένοι, -ες
θα έχει κεντήσει
θα έχει κεντημένο
θα έχουν κεντήσει
θα έχουν κεντημένο
θα έχει κεντηθεί
θα είναι κεντημένος, -η, -ο
θα έχουν κεντηθεί
θα είναι κεντημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κεντάω, να κεντώνα κεντάμε, να κεντούμενα κεντιέμαινα κεντιόμαστε
να κεντάςνα κεντάτενα κεντιέσαινα κεντιέστε, να κεντιόσαστε
να κεντάει, να κεντάνα κεντάν(ε), να κεντούν(ε)να κεντιέταινα κεντιούνται, να κεντιόνται
Aoristνα κεντήσωνα κεντήσουμε, να κεντήσομενα κεντηθώνα κεντηθούμε
να κεντήσειςνα κεντήσετενα κεντηθείςνα κεντηθείτε
να κεντήσεινα κεντήσουν(ε)να κεντηθείνα κεντηθούν(ε)
Perfνα έχω κεντήσει
να έχω κεντημένο
να έχουμε κεντήσει
να έχουμε κεντημένο
να έχω κεντηθεί
να είμαι κεντημένος, -η
να έχουμε κεντηθεί
να είμαστε κεντημένοι, -ες
να έχεις κεντήσει
να έχεις κεντημένο
να έχετε κεντήσει
να έχετε κεντημένο
να έχεις κεντηθεί
να είσαι κεντημένος, -η
να έχετε κεντηθεί
να είστε κεντημένοι, -η
να έχει κεντήσει
να έχει κεντημένο
να έχουν κεντήσει
να έχουν κεντημένο
να έχει κεντηθεί
να είναι κεντημένος, -η, -ο
να έχουν κεντηθεί
να είναι κεντημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκέντα, κένταγεκεντάτεκεντιέστε
Aoristκέντησε, κέντακεντήστεκεντήσουκεντηθείτε
Part
izip
Presκεντώντας
Perfέχοντας κεντήσει, έχοντας κεντημένοκεντημένος, -η, -οκεντημένοι, -ες, -α
InfinAoristκεντήσεικεντηθεί










Griechische Definition zu κεντώ

κεντώ (I)· κεντάγω. – Βλ. και .

Α´ Μτβ.
1)
α) Τσιμπώ, τσιμπώ με οξύ όργανο, τρυπώ:
κέντει αυτά (ενν. τα πτερά) τῃ βελόνῃ (Ιερακοσ. 4781
λαβών φλεβότομον ή μάχαιραν … κέντησον αυτόν επάνω του οιδήματος (Ιερακοσ. 49328
β) (προκ. για άλογο) σπιρουνίζω:
(Ερωτόκρ. Δ´ 1638).
2) Παρακινώ:
την αφορμή απού τον κεντά στο κλάημα το περίσσο (Πανώρ. Β´ 428 κριτ. υπ).
3) Κεντώ:
κέντησε το ρούχον μου (Προδρ. III 164).
Β´ Αμτβ.
1) Τσιμπώ, τρυπώ:
τ’ αγκάθια που κεντούσι (Ερωτόκρ. Α´ 219).
2) Κεντώ:
να κάθονται στο σπίτι τους να γνέθουν, να κεντούσι (Ιστ. Βλαχ. 707).
[αρχ. κεντέω. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κεντώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15