ärgern
 Verb

πειράζω Verb
(11)
πικάρω Verb
(2)
κεντώ Verb
(0)
νευριάζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Ich lebe um sie zu ärgern.Ζώ για να πειράζω την Ο Χα Νι.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πειράζωπειράζουμε, πειράζομεπειράζομαιπειραζόμαστε
πειράζειςπειράζετεπειράζεσαιπειράζεστε, πειραζόσαστε
πειράζειπειράζουν(ε)πειράζεταιπειράζονται
Imper
fekt
πείραζαπειράζαμεπειραζόμουν(α)πειραζόμαστε, πειραζόμασταν
πείραζεςπειράζατεπειραζόσουν(α)πειραζόσαστε, πειραζόσασταν
πείραζεπείραζαν, πειράζαν(ε)πειραζόταν(ε)πειράζονταν, πειραζόντανε, πειραζόντουσαν
Aoristπείραξαπειράξαμεπειράχτηκαπειραχτήκαμε
πείραξεςπειράξατεπειράχτηκεςπειραχτήκατε
πείραξεπείραξαν, πειράξαν(ε)πειράχτηκεπειράχτηκαν, πειραχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω πειράξει
έχω πειραγμένο
έχουμε πειράξει
έχουμε πειραγμένο
έχω πειραχτεί
είμαι πειραγμένος, -η
έχουμε πειραχτεί
είμαστε πειραγμένοι, -ες
έχεις πειράξει
έχεις πειραγμένο
έχετε πειράξει
έχετε πειραγμένο
έχεις πειραχτεί
είσαι πειραγμένος, -η
έχετε πειραχτεί
είστε πειραγμένοι, -ες
έχει πειράξει
έχει πειραγμένο
έχουν πειράξει
έχουν πειραγμένο
έχει πειραχτεί
είναι πειραγμένος, -η, -ο
έχουν πειραχτεί
είναι πειραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα πειράξει
είχα πειραγμένο
είχαμε πειράξει
είχαμε πειραγμένο
είχα πειραχτεί
ήμουν πειραγμένος, -η
είχαμε πειραχτεί
ήμαστε πειραγμένοι, -ες
είχες πειράξει
είχες πειραγμένο
είχατε πειράξει
είχατε πειραγμένο
είχες πειραχτεί
ήσουν πειραγμένος, -η
είχατε πειραχτεί
ήσαστε πειραγμένοι, -ες
είχε πειράξει
είχε πειραγμένο
είχαν πειράξει
είχαν πειραγμένο
είχε πειραχτεί
ήταν πειραγμένος, -η, -ο
είχαν πειραχτεί
ήταν πειραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πειράζωθα πειράζουμε, θα πειράζομεθα πειράζομαιθα πειραζόμαστε
θα πειράζειςθα πειράζετεθα πειράζεσαιθα πειράζεστε, θα πειραζόσαστε
θα πειράζειθα πειράζουν(ε)θα πειράζεταιθα πειράζονται
Fut
ur
θα πειράξωθα πειράξουμε, θα πειράξομεθα πειραχτώθα πειραχτούμε
θα πειράξειςθα πειράξετεθα πειραχτείςθα πειραχτείτε
θα πειράξειθα πειράξουν(ε)θα πειραχτείθα πειραχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πειράξει
θα έχω πειραγμένο
θα έχουμε πειράξει
θα έχουμε πειραγμένο
θα έχω πειραχτεί
θα είμαι πειραγμένος, -η
θα έχουμε πειραχτεί
θα είμαστε πειραγμένοι, -ες
θα έχεις πειράξει
θα έχεις πειραγμένο
θα έχετε πειράξει
θα έχετε πειραγμένο
θα έχεις πειραχτεί
θα είσαι πειραγμένος, -η
θα έχετε πειραχτεί
θα είστε πειραγμένοι, -ες
θα έχει πειράξει
θα έχει πειραγμένο
θα έχουν πειράξει
θα έχουν πειραγμένο
θα έχει πειραχτεί
θα είναι πειραγμένος, -η, -ο
θα έχουν πειραχτεί
θα είναι πειραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πειράζωνα πειράζουμε, να πειράζομενα πειράζομαινα πειραζόμαστε
να πειράζειςνα πειράζετενα πειράζεσαινα πειράζεστε, να πειραζόσαστε
να πειράζεινα πειράζουν(ε)να πειράζεταινα πειράζονται
Aoristνα πειράξωνα πειράξουμε, να πειράξομενα πειραχτώνα πειραχτούμε
να πειράξειςνα πειράξετενα πειραχτείςνα πειραχτείτε
να πειράξεινα πειράξουν(ε)να πειραχτείνα πειραχτούν(ε)
Perf να έχω πειράξει
να έχω πειραγμένο
να έχουμε πειράξει
να έχουμε πειραγμένο
να έχω πειραχτεί
να είμαι πειραγμένος, -η
να έχουμε πειραχτεί
να είμαστε πειραγμένοι, -ες
να έχεις πειράξει
να έχεις πειραγμένο
να έχετε πειράξει
να έχετε πειραγμένο
να έχεις πειραχτεί
να είσαι πειραγμένος, -η
να έχετε πειραχτεί
να είστε πειραγμένοι, -ες
να έχει πειράξει
να έχει πειραγμένο
να έχουν πειράξει
να έχουν πειραγμένο
να έχει πειραχτεί
να είναι πειραγμένος, -η, -ο
να έχουν πειραχτεί
να είναι πειραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπείραζεπειράζετεπειράζεστε
Aoristπείραξεπειράξτε, πειράχτεπειράξουπειραχτείτε
Part
izip
Presπειράζοντας
Perfέχοντας πειράξει, έχοντας πειραγμένοπειραγμένος, -η, -οπειραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπειράξειπειραχτεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κεντάω, κεντώκεντάμε, κεντούμεκεντιέμαικεντιόμαστε
κεντάςκεντάτεκεντιέσαικεντιέστε, κεντιόσαστε
κεντάει, κεντάκεντάν(ε), κεντούν(ε)κεντιέταικεντιούνται, κεντιόνται
Imper
fekt
κεντούσα, κένταγακεντούσαμε, κεντάγαμεκεντιόμουν(α)κεντιόμαστε, κεντιόμασταν
κεντούσες, κένταγεςκεντούσατε, κεντάγατεκεντιόσουν(α)κεντιόσαστε, κεντιόσασταν
κεντούσε, κένταγεκεντούσαν(ε), κένταγαν, κεντάγανεκεντιόταν(ε)κεντιόνταν(ε), κεντιούνταν, κεντιόντουσαν
Aoristκέντησακεντήσαμεκεντήθηκακεντηθήκαμε
κέντησεςκεντήσατεκεντήθηκεςκεντηθήκατε
κέντησεκέντησαν, κεντήσαν(ε)κεντήθηκεκεντήθηκαν, κεντηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κεντήσει
έχω κεντημένο
έχουμε κεντήσει
έχουμε κεντημένο
έχω κεντηθεί
είμαι κεντημένος, -η
έχουμε κεντηθεί
είμαστε κεντημένοι, -ες
έχεις κεντήσει
έχεις κεντημένο
έχετε κεντήσει
έχετε κεντημένο
έχεις κεντηθεί
είσαι κεντημένος, -η
έχετε κεντηθεί
είστε κεντημένοι, -ες
έχει κεντήσει
έχει κεντημένο
έχουν κεντήσει
έχουν κεντημένο
έχει κεντηθεί
είναι κεντημένος, -η, -ο
έχουν κεντηθεί
είναι κεντημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κεντήσει
είχα κεντημένο
είχαμε κεντήσει
είχαμε κεντημένο
είχα κεντηθεί
ήμουν κεντημένος, -η
είχαμε κεντηθεί
ήμαστε κεντημένοι, -ες
είχες κεντήσει
είχες κεντημένο
είχατε κεντήσει
είχατε κεντημένο
είχες κεντηθεί
ήσουν κεντημένος, -η
είχατε κεντηθεί
ήσαστε κεντημένοι, -ες
είχε κεντήσει
είχε κεντημένο
είχαν κεντήσει
είχαν κεντημένο
είχε κεντηθεί
ήταν κεντημένος, -η, -ο
είχαν κεντηθεί
ήταν κεντημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κεντάω, θα κεντώθα κεντάμε, θα κεντούμεθα κεντιέμαιθα κεντιόμαστε
θα κεντάςθα κεντάτεθα κεντιέσαιθα κεντιέστε, θα κεντιόσαστε
θα κεντάει, θα κεντάθα κεντάν(ε), θα κεντούν(ε)θα κεντιέταιθα κεντιούνται, θα κεντιόνται
Fut
ur
θα κεντήσωθα κεντήσουμε, θα κεντήσομεθα κεντηθώθα κεντηθούμε
θα κεντήσειςθα κεντήσετεθα κεντηθείςθα κεντηθείτε
θα κεντήσειθα κεντήσουν(ε)θα κεντηθείθα κεντηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κεντήσει
θα έχω κεντημένο
θα έχουμε κεντήσει
θα έχουμε κεντημένο
θα έχω κεντηθεί
θα είμαι κεντημένος, -η
θα έχουμε κεντηθεί
θα είμαστε κεντημένοι, -ες
θα έχεις κεντήσει
θα έχεις κεντημένο
θα έχετε κεντήσει
θα έχετε κεντημένο
θα έχεις κεντηθεί
θα είσαι κεντημένος, -η
θα έχετε κεντηθεί
θα είστε κεντημένοι, -ες
θα έχει κεντήσει
θα έχει κεντημένο
θα έχουν κεντήσει
θα έχουν κεντημένο
θα έχει κεντηθεί
θα είναι κεντημένος, -η, -ο
θα έχουν κεντηθεί
θα είναι κεντημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κεντάω, να κεντώνα κεντάμε, να κεντούμενα κεντιέμαινα κεντιόμαστε
να κεντάςνα κεντάτενα κεντιέσαινα κεντιέστε, να κεντιόσαστε
να κεντάει, να κεντάνα κεντάν(ε), να κεντούν(ε)να κεντιέταινα κεντιούνται, να κεντιόνται
Aoristνα κεντήσωνα κεντήσουμε, να κεντήσομενα κεντηθώνα κεντηθούμε
να κεντήσειςνα κεντήσετενα κεντηθείςνα κεντηθείτε
να κεντήσεινα κεντήσουν(ε)να κεντηθείνα κεντηθούν(ε)
Perfνα έχω κεντήσει
να έχω κεντημένο
να έχουμε κεντήσει
να έχουμε κεντημένο
να έχω κεντηθεί
να είμαι κεντημένος, -η
να έχουμε κεντηθεί
να είμαστε κεντημένοι, -ες
να έχεις κεντήσει
να έχεις κεντημένο
να έχετε κεντήσει
να έχετε κεντημένο
να έχεις κεντηθεί
να είσαι κεντημένος, -η
να έχετε κεντηθεί
να είστε κεντημένοι, -η
να έχει κεντήσει
να έχει κεντημένο
να έχουν κεντήσει
να έχουν κεντημένο
να έχει κεντηθεί
να είναι κεντημένος, -η, -ο
να έχουν κεντηθεί
να είναι κεντημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκέντα, κένταγεκεντάτεκεντιέστε
Aoristκέντησε, κέντακεντήστεκεντήσουκεντηθείτε
Part
izip
Presκεντώντας
Perfέχοντας κεντήσει, έχοντας κεντημένοκεντημένος, -η, -οκεντημένοι, -ες, -α
InfinAoristκεντήσεικεντηθεί



Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νευριάζωνευριάζουμε, νευριάζομε
νευριάζειςνευριάζετε
νευριάζεινευριάζουν(ε)
Imper
fekt
νευρίαζανευριάζαμε
νευρίαζεςνευριάζατε
νευρίαζενευρίαζαν, νευριάζαν(ε)
Aoristνευρίασανευριάσαμε
νευρίασεςνευριάσατε
νευρίασενευρίασαν, νευριάσαν(ε)
Per
fekt
έχω νευριάσειέχουμε νευριάσει
έχεις νευριάσειέχετε νευριάσει
έχει νευριάσειέχουν νευριάσει
Plu
per
fekt
είχα νευριάσειείχαμε νευριάσει
είχες νευριάσειείχατε νευριάσει
είχε νευριάσειείχαν νευριάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νευριάζωθα νευριάζουμε, θα νευριάζομε
θα νευριάζειςθα νευριάζετε
θα νευριάζειθα νευριάζουν(ε)
Fut
ur
θα νευριάσωθα νευριάσουμε, θα νευριάζομε
θα νευριάσειςθα νευριάσετε
θα νευριάσειθα νευριάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νευριάσειθα έχουμε νευριάσει
θα έχεις νευριάσειθα έχετε νευριάσει
θα έχει νευριάσειθα έχουν νευριάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νευριάζωνα νευριάζουμε, να νευριάζομε
να νευριάζειςνα νευριάζετε
να νευριάζεινα νευριάζουν(ε)
Aoristνα νευριάσωνα νευριάσουμε, να νευριάσομε
να νευριάσειςνα νευριάσετε
να νευριάσεινα νευριάσουν(ε)
Perfνα έχω νευριάσεινα έχουμε νευριάσει
να έχεις νευριάσεινα έχετε νευριάσει
να έχει νευριάσεινα έχουν νευριάσει
Imper
ativ
Presνευρίαζενευριάζετε
Aoristνευρίασενευριάστε
Part
izip
Presνευριάζοντας
Perfέχοντας νευριάσει
νευριασμένος
InfinAoristνευριάσει

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback