πειράζω  Verb  [pirazo, peirazw]

Ähnliche Bedeutung wie πειράζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πειράζω

... χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη ξεκινά από τα μέσα του 14ου αι. και καταλήγει στο 1580 περίπου. Ονομάζεται περίοδος της προετοιμασίας, γιατί η λογοτεχνία ...

... μεταξύ των οπαδών κυμαίνεται από μικρές αψιμαχίες μέχρι πολέμους που καταλήγουν σε τραγωδίες (όπως η τραγωδία του Χέιζελ). Οι τρεις προκριματικοί αγώνες ...

... σίγουρος για το ποιες ήταν ακριβώς αυτές οι χειρονομίες, ορισμένοι ειδικοί καταλήγουν πως υψωμένη γροθιά προς το νικητή και κατόπιν αντίχειρας προς τα πάνω ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ärgern

... Schon Sokrates sagte: "Die Kinder von heute sind Tyrannen. Sie widersprechen ihren Eltern, kleckern mit dem Essen und ärgern ihre Lehrer." ...

... Da ist nichts, worüber man sich ärgern soll. ...

... Nichts ist beglückender, als den Menschen zu finden, den man den Rest des Lebens ärgern kann. ...

Quelle: Esperantostern, Grim_fandango, Esperantostern

Grammatik


ΠΕΙΡΑΖΩ
I vex
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πειράζωπειράζουμε, πειράζομεπειράζομαιπειραζόμαστε
πειράζειςπειράζετεπειράζεσαιπειράζεστε, πειραζόσαστε
πειράζειπειράζουν(ε)πειράζεταιπειράζονται
Imper
fekt
πείραζαπειράζαμεπειραζόμουν(α)πειραζόμαστε, πειραζόμασταν
πείραζεςπειράζατεπειραζόσουν(α)πειραζόσαστε, πειραζόσασταν
πείραζεπείραζαν, πειράζαν(ε)πειραζόταν(ε)πειράζονταν, πειραζόντανε, πειραζόντουσαν
Aoristπείραξαπειράξαμεπειράχτηκαπειραχτήκαμε
πείραξεςπειράξατεπειράχτηκεςπειραχτήκατε
πείραξεπείραξαν, πειράξαν(ε)πειράχτηκεπειράχτηκαν, πειραχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω πειράξει
έχω πειραγμένο
έχουμε πειράξει
έχουμε πειραγμένο
έχω πειραχτεί
είμαι πειραγμένος, -η
έχουμε πειραχτεί
είμαστε πειραγμένοι, -ες
έχεις πειράξει
έχεις πειραγμένο
έχετε πειράξει
έχετε πειραγμένο
έχεις πειραχτεί
είσαι πειραγμένος, -η
έχετε πειραχτεί
είστε πειραγμένοι, -ες
έχει πειράξει
έχει πειραγμένο
έχουν πειράξει
έχουν πειραγμένο
έχει πειραχτεί
είναι πειραγμένος, -η, -ο
έχουν πειραχτεί
είναι πειραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πειράξει
είχα πειραγμένο
είχαμε πειράξει
είχαμε πειραγμένο
είχα πειραχτεί
ήμουν πειραγμένος, -η
είχαμε πειραχτεί
ήμαστε πειραγμένοι, -ες
είχες πειράξει
είχες πειραγμένο
είχατε πειράξει
είχατε πειραγμένο
είχες πειραχτεί
ήσουν πειραγμένος, -η
είχατε πειραχτεί
ήσαστε πειραγμένοι, -ες
είχε πειράξει
είχε πειραγμένο
είχαν πειράξει
είχαν πειραγμένο
είχε πειραχτεί
ήταν πειραγμένος, -η, -ο
είχαν πειραχτεί
ήταν πειραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πειράζωθα πειράζουμε, θα πειράζομεθα πειράζομαιθα πειραζόμαστε
θα πειράζειςθα πειράζετεθα πειράζεσαιθα πειράζεστε, θα πειραζόσαστε
θα πειράζειθα πειράζουν(ε)θα πειράζεταιθα πειράζονται
Fut
ur
θα πειράξωθα πειράξουμε, θα πειράξομεθα πειραχτώθα πειραχτούμε
θα πειράξειςθα πειράξετεθα πειραχτείςθα πειραχτείτε
θα πειράξειθα πειράξουν(ε)θα πειραχτείθα πειραχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πειράξει
θα έχω πειραγμένο
θα έχουμε πειράξει
θα έχουμε πειραγμένο
θα έχω πειραχτεί
θα είμαι πειραγμένος, -η
θα έχουμε πειραχτεί
θα είμαστε πειραγμένοι, -ες
θα έχεις πειράξει
θα έχεις πειραγμένο
θα έχετε πειράξει
θα έχετε πειραγμένο
θα έχεις πειραχτεί
θα είσαι πειραγμένος, -η
θα έχετε πειραχτεί
θα είστε πειραγμένοι, -ες
θα έχει πειράξει
θα έχει πειραγμένο
θα έχουν πειράξει
θα έχουν πειραγμένο
θα έχει πειραχτεί
θα είναι πειραγμένος, -η, -ο
θα έχουν πειραχτεί
θα είναι πειραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πειράζωνα πειράζουμε, να πειράζομενα πειράζομαινα πειραζόμαστε
να πειράζειςνα πειράζετενα πειράζεσαινα πειράζεστε, να πειραζόσαστε
να πειράζεινα πειράζουν(ε)να πειράζεταινα πειράζονται
Aoristνα πειράξωνα πειράξουμε, να πειράξομενα πειραχτώνα πειραχτούμε
να πειράξειςνα πειράξετενα πειραχτείςνα πειραχτείτε
να πειράξεινα πειράξουν(ε)να πειραχτείνα πειραχτούν(ε)
Perf να έχω πειράξει
να έχω πειραγμένο
να έχουμε πειράξει
να έχουμε πειραγμένο
να έχω πειραχτεί
να είμαι πειραγμένος, -η
να έχουμε πειραχτεί
να είμαστε πειραγμένοι, -ες
να έχεις πειράξει
να έχεις πειραγμένο
να έχετε πειράξει
να έχετε πειραγμένο
να έχεις πειραχτεί
να είσαι πειραγμένος, -η
να έχετε πειραχτεί
να είστε πειραγμένοι, -ες
να έχει πειράξει
να έχει πειραγμένο
να έχουν πειράξει
να έχουν πειραγμένο
να έχει πειραχτεί
να είναι πειραγμένος, -η, -ο
να έχουν πειραχτεί
να είναι πειραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπείραζεπειράζετεπειράζεστε
Aoristπείραξεπειράξτε, πειράχτεπειράξουπειραχτείτε
Part
izip
Presπειράζοντας
Perfέχοντας πειράξει, έχοντας πειραγμένοπειραγμένος, -η, -οπειραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπειράξειπειραχτεί







Person Wortform
Präsens ich necke
du neckst
er, sie, es neckt
Präteritum ich neckte
Konjunktiv II ich neckte
Imperativ Singular necke!
Plural neckt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geneckt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:necken


Griechische Definition zu πειράζω

πειράζω [pirázo] -ομαι : 1α. ενοχλώ κπ. με λόγο ή πράξη, τον κάνω να στενοχωρηθεί, να εκνευριστεί, να θυμώσει, να προσβληθεί κτλ.: Ποιος πείραξε το παιδί; Mου είπε λόγια που με πείραξαν. Mας πείραξε η συμπε ριφορά του. Πειράχτηκε, αλλά δεν το ΄δειξε. Mε το παραμικρό πειράζεται. Έφυγε πειραγμένος, ενοχλημένος, προσβεβλημένος κτλ. β. προκαλώ, ερεθίζω κπ. για αστεϊσμό: Σοβαρά το λες ή θέλεις να με πειράξεις; Mη θυμώνεις· για να σε πειράξω το ΄πα. γ. παρενοχλώ με λόγους ερωτικούς και, συνήθ., υπαινικτικούς: Tης άρεσε να την πειράζουν. δ. (παθ., με αλληλοπαθητική σημ.): Δεν καταλάβαινες αν πειράζονταν ή τσακώνονταν στ΄ αλήθεια, αν αστεΐζονταν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πειράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15