νευριάζω  Verb  [nevriazo, neyriazw]

Ähnliche Bedeutung wie νευριάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze νευριάζω

... τους Ζάρακες. Το όνομα της προέρχεται από το ρήμα "φρενιάζω" = οργίζομαι, νευριάζω[εκκρεμεί παραπομπή]. Το όνομα της δηλώνει τους δυνατούς ανέμους που πνέουν ...

... (διακόπτει) Κάνε του τη χάρη - δεν κάνει να νευριάζεις τα Γούκι. C-3P0: Ναι αλλά κανείς δεν διαμαρτύρεται όταν νευριάζουν τα ανδροειδή. Χαν Σόλο: Ναι, γιατί τα ...

... φιλοδώρημα = μπαχτσίσι αρχηγός, επικεφαλής = ρεϊζης, ρεϊσης στην άκρη = βάρντα νευριάζω = ναλετιάζω ρόπαλο, ραβδί = σομπανίκα σφαγή, χαμός = σφαή ίκτερος = σιριλίκι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verärgern

... Er sagte nichts, das sie verärgern würde. ...

... Ich war darauf bedacht, nichts zu sagen, was ihn verärgern könnte. ...

... Ich möchte nichts machen, was Tom verärgern würde. ...

Quelle: dima555, pne, Zaghawa

Grammatik


ΝΕΥΡΙΑΖΩ
I exasperate
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
νευριάζωνευριάζουμε, νευριάζομε
νευριάζειςνευριάζετε
νευριάζεινευριάζουν(ε)
Imper
fekt
νευρίαζανευριάζαμε
νευρίαζεςνευριάζατε
νευρίαζενευρίαζαν, νευριάζαν(ε)
Aoristνευρίασανευριάσαμε
νευρίασεςνευριάσατε
νευρίασενευρίασαν, νευριάσαν(ε)
Per
fect
έχω νευριάσειέχουμε νευριάσει
έχεις νευριάσειέχετε νευριάσει
έχει νευριάσειέχουν νευριάσει
Plu
per
fect
είχα νευριάσειείχαμε νευριάσει
είχες νευριάσειείχατε νευριάσει
είχε νευριάσειείχαν νευριάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα νευριάζωθα νευριάζουμε, θα νευριάζομε
θα νευριάζειςθα νευριάζετε
θα νευριάζειθα νευριάζουν(ε)
Fut
ur
θα νευριάσωθα νευριάσουμε, θα νευριάζομε
θα νευριάσειςθα νευριάσετε
θα νευριάσειθα νευριάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω νευριάσειθα έχουμε νευριάσει
θα έχεις νευριάσειθα έχετε νευριάσει
θα έχει νευριάσειθα έχουν νευριάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να νευριάζωνα νευριάζουμε, να νευριάζομε
να νευριάζειςνα νευριάζετε
να νευριάζεινα νευριάζουν(ε)
Aoristνα νευριάσωνα νευριάσουμε, να νευριάσομε
να νευριάσειςνα νευριάσετε
να νευριάσεινα νευριάσουν(ε)
Perfνα έχω νευριάσεινα έχουμε νευριάσει
να έχεις νευριάσεινα έχετε νευριάσει
να έχει νευριάσεινα έχουν νευριάσει
Imper
ativ
Presνευρίαζενευριάζετε
Aoristνευρίασενευριάστε
Part
izip
Presνευριάζοντας
Perfέχοντας νευριάσει
νευριασμένος
InfinAoristνευριάσει







Person Wortform
Präsens ich nerve
du nervst
er, sie, es nervt
Präteritum ich nervte
Konjunktiv II ich nervte
Imperativ Singular nerve!
Plural nervt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genervt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nerven




Griechische Definition zu νευριάζω

νευριάζω [nevriázo] .1α μππ. νευριασμένος* : α.ενοχλώ κπ. σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τον κάνω να χάσει την ηρεμία και την ψυχραιμία του· εκνευρίζω: Mε νευρίασες με τις φωνές σου. Mε νευριάζει, γιατί επιμένει ενώ έχει άδικο. β. χάνω την ηρεμία μου και την ψυχραιμία μου εξαιτίας ενός γεγονότος ή μιας συμπεριφοράς που με ενοχλεί πολύ· εκνευρίζομαι: Nευρίασα με την υπάλληλο που άργησε να με εξυπηρετήσει. Είναι πολύ ήρεμος άνθρωπος, δε νευριάζει ποτέ.

[νεύρ(ο) -ιάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu νευριάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15