rühren
 Verb

ανακατεύω Verb
(2)
συγκινώ Verb
(0)
κουνώ Verb
(0)
DeutschGriechisch
Entschuldigt, bitte. Wie schnell ich rühren soll?Συγνώμη, πόσο γρήγορα πρέπει να ανακατεύω;

Übersetzung nicht bestätigt

Immer weiter rühren, damit sie nicht anbrennen.Συνεχίζω να τα ανακατεύω, για να μην καούν.

Übersetzung nicht bestätigt

Deutsche Synonyme
rühren
reizen
Ähnliche Wörter
rührend

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανακατεύωανακατεύουμε, ανακατεύομεανακατεύομαιανακατευόμαστε
ανακατεύειςανακατεύετεανακατεύεσαιανακατεύεστε, ανακατευόσαστε
ανακατεύειανακατεύουν(ε)ανακατεύεταιανακατεύονται
Imper
fekt
ανακάτευαανακατεύαμεανακατευόμουν(α)ανακατευόμαστε, ανακατευόμασταν
ανακάτευεςανακατεύατεανακατευόσουν(α)ανακατευόσαστε, ανακατευόσασταν
ανακάτευεανακάτευαν, ανακατεύαν(ε)ανακατευόταν(ε)ανακατεύονταν, ανακατευόντανε, ανακατευόντουσαν
Aoristανακάτεψαανακατέψαμεανακατεύτηκαανακατευτήκαμε
ανακάτεψεςανακατέψατεανακατεύτηκεςανακατευτήκατε
ανακάτεψεανακάτεψαν, ανακατέψαν(ε)ανακατεύτηκεανακατεύτηκαν, ανακατευτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ανακατέψει
έχω ανακατεμένο
έχουμε ανακατέψει
έχουμε ανακατεμένο
έχω ανακατευτεί
είμαι ανακατεμένος, -η
έχουμε ανακατευτεί
είμαστε ανακατεμένοι, -ες
έχεις ανακατέψει
έχεις ανακατεμένο
έχετε ανακατέψει
έχετε ανακατεμένο
έχεις ανακατευτεί
είσαι ανακατεμένος, -η
έχετε ανακατευτεί
είστε ανακατεμένοι, -ες
έχει ανακατέψει
έχει ανακατεμένο
έχουν ανακατέψει
έχουν ανακατεμένο
έχει ανακατευτεί
είναι ανακατεμένος, -η, -ο
έχουν ανακατευτεί
είναι ανακατεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ανακατέψει
είχα ανακατεμένο
είχαμε ανακατέψει
είχαμε ανακατεμένο
είχα ανακατευτεί
ήμουν ανακατεμένος, -η
είχαμε ανακατευτεί
ήμαστε ανακατεμένοι, -ες
είχες ανακατέψει
είχες ανακατεμένο
είχατε ανακατέψει
είχατε ανακατεμένο
είχες ανακατευτεί
ήσουν ανακατεμένος, -η
είχατε ανακατευτεί
ήσαστε ανακατεμένοι, -ες
είχε ανακατέψει
είχε ανακατεμένο
είχαν ανακατέψει
είχαν ανακατεμένο
είχε ανακατευτεί
ήταν ανακατεμένος, -η, -ο
είχαν ανακατευτεί
ήταν ανακατεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανακατεύωθα ανακατεύουμε, θα ανακατεύομεθα ανακατεύομαιθα ανακατευόμαστε
θα ανακατεύειςθα ανακατεύετεθα ανακατεύεσαιθα ανακατεύεστε, θα ανακατευόσαστε
θα ανακατεύειθα ανακατεύουν(ε)θα ανακατεύεταιθα ανακατεύονται
Fut
ur
θα ανακατέψωθα ανακατέψουμε, θα ανακατέψομεθα ανακατευτώθα ανακατευτούμε
θα ανακατέψειςθα ανακατέψετεθα ανακατευτείςθα ανακατευτείτε
θα ανακατέψειθα ανακατέψουν(ε)θα ανακατευτείθα ανακατευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανακατέψει
θα έχω ανακατεμένο
θα έχουμε ανακατέψει
θα έχουμε ανακατεμένο
θα έχω ανακατευτεί
θα είμαι ανακατεμένος, -η
θα έχουμε ανακατευτεί
θα είμαστε ανακατεμένοι, -ες
θα έχεις ανακατέψει
θα έχεις ανακατεμένο
θα έχετε ανακατέψει
θα έχετε ανακατεμένο
θα έχεις ανακατευτεί
θα είσαι ανακατεμένος, -η
θα έχετε ανακατευτεί
θα είστε ανακατεμένοι, -ες
θα έχει ανακατέψει
θα έχει ανακατεμένο
θα έχουν ανακατέψει
θα έχουν ανακατεμένο
θα έχει ανακατευτεί
θα είναι ανακατεμένος, -η, -ο
θα έχουν ανακατευτεί
θα είναι ανακατεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανακατεύωνα ανακατεύουμε, να ανακατεύομενα ανακατεύομαινα ανακατευόμαστε
να ανακατεύειςνα ανακατεύετενα ανακατεύεσαινα ανακατεύεστε, να ανακατευόσαστε
να ανακατεύεινα ανακατεύουν(ε)να ανακατεύεταινα ανακατεύονται
Aoristνα ανακατέψωνα ανακατέψουμε, να ανακατέψομενα ανακατευτώνα ανακατευτούμε
να ανακατέψειςνα ανακατέψετενα ανακατευτείςνα ανακατευτείτε
να ανακατέψεινα ανακατέψουν(ε)να ανακατευτείνα ανακατευτούν(ε)
Perfνα έχω ανακατέψει
να έχω ανακατεμένο
να έχουμε ανακατέψει
να έχουμε ανακατεμένο
να έχω ανακατευτεί
να είμαι ανακατεμένος, -η
να έχουμε ανακατευτεί
να είμαστε ανακατεμένοι, -ες
να έχεις ανακατέψει
να έχεις ανακατεμένο
να έχετε ανακατέψει
να έχετε ανακατεμένο
να έχεις ανακατευτεί
να είσαι ανακατεμένος, -η
να έχετε ανακατευτεί
να είστε ανακατεμένοι, -ες
να έχει ανακατέψει
να έχει ανακατεμένο
να έχουν ανακατέψει
να έχουν ανακατεμένο
να έχει ανακατευτεί
να είναι ανακατεμένος, -η, -ο
να έχουν ανακατευτεί
να είναι ανακατεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανακάτευεανακατεύετεανακατεύεστε
Aoristανακάτεψεανακατέψτε, ανακατεύτεανακατέψουανακατευτείτε
Part
izip
Presανακατεύοντας
Perfέχοντας ανακατέψει, έχοντας ανακατεμένοανακατεμένος, -η, -οανακατεμένοι, -ες, -α
InfinAoristανακατέψειανακατευτεί



απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
συγκινήσει
μετοχή (ενεστώτας)
συγκινώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωποsingularplural
πρώτοδεύτεροτρίτοπρώτοδεύτεροτρίτο
οριστικήεγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώταςσυγκινώσυγκινείςσυγκινείσυγκινούμεσυγκινείτεσυγκινούν
παρατατικόςσυγκινούσασυγκινούσεςσυγκινούσεσυγκινούσαμεσυγκινούσατεσυγκινούσαν
αόριστοςσυγκίνησασυγκίνησεςσυγκίνησεσυγκινήσαμεσυγκινήσατεσυγκίνησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα συγκινώθα συγκινείςθα συγκινείθα συγκινούμεθα συγκινείτεθα συγκινούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα συγκινήσωθα συγκινήσειςθα συγκινήσειθα συγκινήσουμεθα συγκινήσετεθα συγκινήσουν
παρακείμενος α'έχω συγκινήσειέχεις συγκινήσειέχει συγκινήσειέχουμε συγκινήσειέχετε συγκινήσειέχουν συγκινήσει
παρακείμενος β'------
υπερσυντέλικος α'είχα συγκινήσειείχες συγκινήσειείχε συγκινήσειείχαμε συγκινήσειείχατε συγκινήσειείχαν συγκινήσει
υπερσυντέλικος β'------
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω συγκινήσειθα έχεις συγκινήσειθα έχει συγκινήσειθα έχουμε συγκινήσειθα έχετε συγκινήσειθα έχουν συγκινήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
------
υποτακτικήεγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώταςνα συγκινώνα συγκινείςνα συγκινείνα συγκινούμενα συγκινείτενα συγκινούν
αόριστοςνα συγκινήσωνα συγκινήσειςνα συγκινήσεινα συγκινήσουμενα συγκινήσετενα συγκινήσουν
παρακείμενος α'να έχω συγκινήσεινα έχεις συγκινήσεινα έχει συγκινήσεινα έχουμε συγκινήσεινα έχετε συγκινήσεινα έχουν συγκινήσει
παρακείμενος β'------
προστακτική-(εσύ)--(εσείς)-
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώταςσυγκίνεισυγκινείτε
αόριστοςσυγκίνησεσυγκινήστε



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουνάω, κουνώκουνάμε, κουνούμεκουνιέμαικουνιόμαστε
κουνάςκουνάτεκουνιέσαικουνιέστε, κουνιόσαστε
κουνάει, κουνάκουνάν(ε), κουνούν(ε)κουνιέταικουνιούνται, κουνιόνται
Imper
fekt
κουνούσα, κούναγακουνούσαμε, κουνάγαμεκουνιόμουν(α)κουνιόμαστε, κουνιόμασταν
κουνούσες, κούναγεςκουνούσατε, κουνάγατεκουνιόσουν(α)κουνιόσαστε, κουνιόσασταν
κουνούσε, κούναγεκουνούσαν(ε), κούναγαν, κουνάγανεκουνιόταν(ε)κουνιόνταν(ε), κουνιούνταν, κουνιόντουσαν
Aoristκούνησακουνήσαμεκουνήθηκακουνηθήκαμε
κούνησεςκουνήσατεκουνήθηκεςκουνηθήκατε
κούνησεκούνησαν, κουνήσαν(ε)κουνήθηκεκουνήθηκαν, κουνηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κουνήσει
έχω κουνημένο
έχουμε κουνήσει
έχουμε κουνημένο
έχω κουνηθεί
είμαι κουνημένος, -η
έχουμε κουνηθεί
είμαστε κουνημένοι, -ες
έχεις κουνήσει
έχεις κουνημένο
έχετε κουνήσει
έχετε κουνημένο
έχεις κουνηθεί
είσαι κουνημένος, -η
έχετε κουνηθεί
είστε κουνημένοι, -ες
έχει κουνήσει
έχει κουνημένο
έχουν κουνήσει
έχουν κουνημένο
έχει κουνηθεί
είναι κουνημένος, -η, -ο
έχουν κουνηθεί
είναι κουνημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κουνήσει
είχα κουνημένο
είχαμε κουνήσει
είχαμε κουνημένο
είχα κουνηθεί
ήμουν κουνημένος, -η
είχαμε κουνηθεί
ήμαστε κουνημένοι, -ες
είχες κουνήσει
είχες κουνημένο
είχατε κουνήσει
είχατε κουνημένο
είχες κουνηθεί
ήσουν κουνημένος, -η
είχατε κουνηθεί
ήσαστε κουνημένοι, -ες
είχε κουνήσει
είχε κουνημένο
είχαν κουνήσει
είχαν κουνημένο
είχε κουνηθεί
ήταν κουνημένος, -η, -ο
είχαν κουνηθεί
ήταν κουνημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουνάω, θα κουνώθα κουνάμε, θα κουνούμεθα κουνιέμαιθα κουνιόμαστε
θα κουνάςθα κουνάτεθα κουνιέσαιθα κουνιέστε, θα κουνιόσαστε
θα κουνάει, θα κουνάθα κουνάν(ε), θα κουνούν(ε)θα κουνιέταιθα κουνιούνται, θα κουνιόνται
Fut
ur
θα κουνήσωθα κουνήσουμε, θα κουνήσομεθα κουνηθώθα κουνηθούμε
θα κουνήσειςθα κουνήσετεθα κουνηθείςθα κουνηθείτε
θα κουνήσειθα κουνήσουν(ε)θα κουνηθείθα κουνηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουνήσει
θα έχω κουνημένο
θα έχουμε κουνήσει
θα έχουμε κουνημένο
θα έχω κουνηθεί
θα είμαι κουνημένος, -η
θα έχουμε κουνηθεί
θα είμαστε κουνημένοι, -ες
θα έχεις κουνήσει
θα έχεις κουνημένο
θα έχετε κουνήσει
θα έχετε κουνημένο
θα έχεις κουνηθεί
θα είσαι κουνημένος, -η
θα έχετε κουνηθεί
θα είστε κουνημένοι, -ες
θα έχει κουνήσει
θα έχει κουνημένο
θα έχουν κουνήσει
θα έχουν κουνημένο
θα έχει κουνηθεί
θα είναι κουνημένος, -η, -ο
θα έχουν κουνηθεί
θα είναι κουνημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουνάω, να κουνώνα κουνάμε, να κουνούμενα κουνιέμαινα κουνιόμαστε
να κουνάςνα κουνάτενα κουνιέσαινα κουνιέστε, να κουνιόσαστε
να κουνάει, να κουνάνα κουνάν(ε), να κουνούν(ε)να κουνιέταινα κουνιούνται, να κουνιόνται
Aoristνα κουνήσωνα κουνήσουμε, να κουνήσομενα κουνηθώνα κουνηθούμε
να κουνήσειςνα κουνήσετενα κουνηθείςνα κουνηθείτε
να κουνήσεινα κουνήσουν(ε)να κουνηθείνα κουνηθούν(ε)
Perfνα έχω κουνήσει
να έχω κουνημένο
να έχουμε κουνήσει
να έχουμε κουνημένο
να έχω κουνηθεί
να είμαι κουνημένος, -η
να έχουμε κουνηθεί
να είμαστε κουνημένοι, -ες
να έχεις κουνήσει
να έχεις κουνημένο
να έχετε κουνήσει
να έχετε κουνημένο
να έχεις κουνηθεί
να είσαι κουνημένος, -η
να έχετε κουνηθεί
να είστε κουνημένοι, -η
να έχει κουνήσει
να έχει κουνημένο
να έχουν κουνήσει
να έχουν κουνημένο
να έχει κουνηθεί
να είναι κουνημένος, -η, -ο
να έχουν κουνηθεί
να είναι κουνημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούνα, κούναγεκουνάτεκουνιέστε
Aoristκούνησε, κούνακουνήστεκουνήσουκουνηθείτε
Part
izip
Presκουνώντας
Perfέχοντας κουνήσει, έχοντας κουνημένοκουνημένος, -η, -οκουνημένοι, -ες, -α
InfinAoristκουνήσεικουνηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback