συγκινώ  Verb  [sigkino, sygkinw]

Ähnliche Bedeutung wie συγκινώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συγκινώ

... 8°N 103.0833°E / 32.8; 103.0833 Η Κίνα (中国, πινγίν: Zhōngguó, Τζονγκγκουό), επισήμως Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (中华人民共和国, πινγίν: Zhōnghuá Rénmín Gònghéguó ...

... χρόνια συνεχούς ιστορίας, η Κίνα αποτελεί έναν από τους αρχαιότερους πολιτισμούς της υφηλίου. Η γραπτή ιστορία της Κίνας αρχίζει από την εποχή της Δυναστείας ...

... σχέσεις Κίνας και Ελλάδας αναφέρονται στις διμερείς σχέσεις μεταξύ της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Ελλάδα και η Κίνα έχουν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ergreifen

... Wenn man einen gefährlichen Gegenstand verschluckt hat, kommt es auf den Gegenstand an, welche Gegenmaßnahmen man ergreifen muss. ...

... Welche Maßnahmen ergreifen Sie, wenn der Grenzwert überschritten wird? ...

... Er schwenkte seine kräftigen Hände zur Untermalung seiner Ausführungen, als wolle er die ausgesprochenen Gedanken ergreifen und zerteilen, ihre Bruchstücke im Raum zurechtlegen und zu einer neuen Gestalt zusammenfügen. ...

Quelle: xtofu80, cost, futureboy

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
συγκινήσει
μετοχή (ενεστώτας)
συγκινώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας συγκινώ συγκινείς συγκινεί συγκινούμε συγκινείτε συγκινούν
παρατατικός συγκινούσα συγκινούσες συγκινούσε συγκινούσαμε συγκινούσατε συγκινούσαν
αόριστος συγκίνησα συγκίνησες συγκίνησε συγκινήσαμε συγκινήσατε συγκίνησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα συγκινώ θα συγκινείς θα συγκινεί θα συγκινούμε θα συγκινείτε θα συγκινούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα συγκινήσω θα συγκινήσεις θα συγκινήσει θα συγκινήσουμε θα συγκινήσετε θα συγκινήσουν
παρακείμενος α' έχω συγκινήσει έχεις συγκινήσει έχει συγκινήσει έχουμε συγκινήσει έχετε συγκινήσει έχουν συγκινήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα συγκινήσει είχες συγκινήσει είχε συγκινήσει είχαμε συγκινήσει είχατε συγκινήσει είχαν συγκινήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω συγκινήσει θα έχεις συγκινήσει θα έχει συγκινήσει θα έχουμε συγκινήσει θα έχετε συγκινήσει θα έχουν συγκινήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να συγκινώ να συγκινείς να συγκινεί να συγκινούμε να συγκινείτε να συγκινούν
αόριστος να συγκινήσω να συγκινήσεις να συγκινήσει να συγκινήσουμε να συγκινήσετε να συγκινήσουν
παρακείμενος α' να έχω συγκινήσει να έχεις συγκινήσει να έχει συγκινήσει να έχουμε συγκινήσει να έχετε συγκινήσει να έχουν συγκινήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας συγκίνει συγκινείτε
αόριστος συγκίνησε συγκινήστε








Griechische Definition zu συγκινώ

συγκινώ [singinó] -ούμαι μππ. συγκινημένος* : προξενώ ψυχική, συναισθηματική ένταση, ταραχή: Mε συγκίνησε το δώρο / η πράξη / το ενδιαφέρον / η προσφορά του. Tα λόγια του με έχουν συγκινήσει. Tο έργο κατάφερε να συγκινήσει το κοινό. Συγκινήθηκα κι έκλαψα. || κινώ, προκαλώ το ενδιαφέρον: H πρότασή του δε με συγκίνησε.

[λόγ. < αρχ. συγκινῶ `κινώ μαζί, εξάπτω΄ & σημδ. γαλλ. émouvoir]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συγκινώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15