ανακατεύω  Verb  [anakatevo, anakateyw]

Ähnliche Bedeutung wie ανακατεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ανακατεύω

... μικρό αγόρι, ανακάτευε το μείγμα. Οι πρώτες τρεις σταγόνες από το μείγμα αυτό έδιναν σοφία και το υπόλοιπο ήταν δηλητήριο. Ανακατεύοντας το φίλτρο, τρεις ...

... το ανακάτευαν με ξίδι για να μην πήξει. Κατόπιν τηγάνιζαν κρέας και λίπος και μέσα σ’ αυτό έριχναν νερό. Μόλις το νερό άρχιζε να βράζει ανακάτευαν μέσα ...

... συνθλίβεται, κατακερματίζεται σε μικρότερα κομμάτια βράχων, αλέθεται και ανακατεύεται με νερό και με κατάλληλα αντιδραστήρια, οπότε δημιουργείται ένας «αφρός ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze untermischen

... den abkühlenden, aber noch warmen Teig zur Bindung nach und nach Eier untermischen. Panade (Umhüllung) Alan Eaton Davidson: The Oxford Companion to Food ...

... Werkzeug zur Auflockerung des Bodens und zur Unkrautentfernung, sowie zum Untermischen von Dünger und Kompost eingesetzt wird. Sie besteht aus einer einfachen ...

... F60 geschütteten Abraumhalde zur Bodenverbesserung untergemischt. Das Untermischen der Kraftwerksasche ist nach heutigen Umweltsgesichtspunkten nicht mehr ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΚΑΤΕΥΩ
I mix
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ανακατεύωανακατεύουμε, ανακατεύομεανακατεύομαιανακατευόμαστε
ανακατεύειςανακατεύετεανακατεύεσαιανακατεύεστε, ανακατευόσαστε
ανακατεύειανακατεύουν(ε)ανακατεύεταιανακατεύονται
Imper
fekt
ανακάτευαανακατεύαμεανακατευόμουν(α)ανακατευόμαστε, ανακατευόμασταν
ανακάτευεςανακατεύατεανακατευόσουν(α)ανακατευόσαστε, ανακατευόσασταν
ανακάτευεανακάτευαν, ανακατεύαν(ε)ανακατευόταν(ε)ανακατεύονταν, ανακατευόντανε, ανακατευόντουσαν
Aoristανακάτεψαανακατέψαμεανακατεύτηκαανακατευτήκαμε
ανακάτεψεςανακατέψατεανακατεύτηκεςανακατευτήκατε
ανακάτεψεανακάτεψαν, ανακατέψαν(ε)ανακατεύτηκεανακατεύτηκαν, ανακατευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω ανακατέψει
έχω ανακατεμένο
έχουμε ανακατέψει
έχουμε ανακατεμένο
έχω ανακατευτεί
είμαι ανακατεμένος, -η
έχουμε ανακατευτεί
είμαστε ανακατεμένοι, -ες
έχεις ανακατέψει
έχεις ανακατεμένο
έχετε ανακατέψει
έχετε ανακατεμένο
έχεις ανακατευτεί
είσαι ανακατεμένος, -η
έχετε ανακατευτεί
είστε ανακατεμένοι, -ες
έχει ανακατέψει
έχει ανακατεμένο
έχουν ανακατέψει
έχουν ανακατεμένο
έχει ανακατευτεί
είναι ανακατεμένος, -η, -ο
έχουν ανακατευτεί
είναι ανακατεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ανακατέψει
είχα ανακατεμένο
είχαμε ανακατέψει
είχαμε ανακατεμένο
είχα ανακατευτεί
ήμουν ανακατεμένος, -η
είχαμε ανακατευτεί
ήμαστε ανακατεμένοι, -ες
είχες ανακατέψει
είχες ανακατεμένο
είχατε ανακατέψει
είχατε ανακατεμένο
είχες ανακατευτεί
ήσουν ανακατεμένος, -η
είχατε ανακατευτεί
ήσαστε ανακατεμένοι, -ες
είχε ανακατέψει
είχε ανακατεμένο
είχαν ανακατέψει
είχαν ανακατεμένο
είχε ανακατευτεί
ήταν ανακατεμένος, -η, -ο
είχαν ανακατευτεί
ήταν ανακατεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ανακατεύωθα ανακατεύουμε, θα ανακατεύομεθα ανακατεύομαιθα ανακατευόμαστε
θα ανακατεύειςθα ανακατεύετεθα ανακατεύεσαιθα ανακατεύεστε, θα ανακατευόσαστε
θα ανακατεύειθα ανακατεύουν(ε)θα ανακατεύεταιθα ανακατεύονται
Fut
ur
θα ανακατέψωθα ανακατέψουμε, θα ανακατέψομεθα ανακατευτώθα ανακατευτούμε
θα ανακατέψειςθα ανακατέψετεθα ανακατευτείςθα ανακατευτείτε
θα ανακατέψειθα ανακατέψουν(ε)θα ανακατευτείθα ανακατευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ανακατέψει
θα έχω ανακατεμένο
θα έχουμε ανακατέψει
θα έχουμε ανακατεμένο
θα έχω ανακατευτεί
θα είμαι ανακατεμένος, -η
θα έχουμε ανακατευτεί
θα είμαστε ανακατεμένοι, -ες
θα έχεις ανακατέψει
θα έχεις ανακατεμένο
θα έχετε ανακατέψει
θα έχετε ανακατεμένο
θα έχεις ανακατευτεί
θα είσαι ανακατεμένος, -η
θα έχετε ανακατευτεί
θα είστε ανακατεμένοι, -ες
θα έχει ανακατέψει
θα έχει ανακατεμένο
θα έχουν ανακατέψει
θα έχουν ανακατεμένο
θα έχει ανακατευτεί
θα είναι ανακατεμένος, -η, -ο
θα έχουν ανακατευτεί
θα είναι ανακατεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ανακατεύωνα ανακατεύουμε, να ανακατεύομενα ανακατεύομαινα ανακατευόμαστε
να ανακατεύειςνα ανακατεύετενα ανακατεύεσαινα ανακατεύεστε, να ανακατευόσαστε
να ανακατεύεινα ανακατεύουν(ε)να ανακατεύεταινα ανακατεύονται
Aoristνα ανακατέψωνα ανακατέψουμε, να ανακατέψομενα ανακατευτώνα ανακατευτούμε
να ανακατέψειςνα ανακατέψετενα ανακατευτείςνα ανακατευτείτε
να ανακατέψεινα ανακατέψουν(ε)να ανακατευτείνα ανακατευτούν(ε)
Perfνα έχω ανακατέψει
να έχω ανακατεμένο
να έχουμε ανακατέψει
να έχουμε ανακατεμένο
να έχω ανακατευτεί
να είμαι ανακατεμένος, -η
να έχουμε ανακατευτεί
να είμαστε ανακατεμένοι, -ες
να έχεις ανακατέψει
να έχεις ανακατεμένο
να έχετε ανακατέψει
να έχετε ανακατεμένο
να έχεις ανακατευτεί
να είσαι ανακατεμένος, -η
να έχετε ανακατευτεί
να είστε ανακατεμένοι, -ες
να έχει ανακατέψει
να έχει ανακατεμένο
να έχουν ανακατέψει
να έχουν ανακατεμένο
να έχει ανακατευτεί
να είναι ανακατεμένος, -η, -ο
να έχουν ανακατευτεί
να είναι ανακατεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presανακάτευεανακατεύετεανακατεύεστε
Aoristανακάτεψεανακατέψτε, ανακατεύτεανακατέψουανακατευτείτε
Part
izip
Presανακατεύοντας
Perfέχοντας ανακατέψει, έχοντας ανακατεμένοανακατεμένος, -η, -οανακατεμένοι, -ες, -α
InfinAoristανακατέψειανακατευτεί




















Griechische Definition zu ανακατεύω

ανακατεύω [anakatévo] -ομαι : I1α.βάζω μαζί ανόμοια ή όμοια πράγματα, συνήθ. σε ρευστή ή ημίρρευστη κατάσταση ή σε σκόνη, σε κόκκους κτλ. και τα ανακινώ ώσπου να σχηματιστεί μια ομοιογενής μάζα: ανακατεύω τα χρώματα για να πετύχω την απόχρωση που θέλω. ανακατεύω το τσάι για να λιώσει η ζάχαρη. ανακατεύω το λάδι με το λεμόνι / τα αυγά με το αλεύρι. ανακατεύω το τσιμέντο με το χαλίκι. ανακατεύω τη σαλάτα, για να κατανεμηθούν ομοιόμορφα τα διάφορα υλικά. || ανακατεύω το φαγητό στην κατσαρόλα για να μην κολλήσει. β. χαλώ την τάξη, αλλάζω τη σειρά ή τη θέση που έχει κτ. ή δεν το τοποθετώ εκεί που πρέπει: Ο αέρας μού ανακάτεψε τα χειρόγραφα. Mη μου ανακατεύεις τα συρτάρια, τα πράγματα που βρίσκονται εκεί. Tα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα, ξεχτένιστα. Στο δωμάτιό της είναι όλα ανακατωμένα, ακατάστατα. ανακατεύω την τράπουλα. || τοποθετώ μαζί ανόμοια ή ετερόκλητα πράγματα: Στη βιβλιοθήκη του έχει ανακατέψει τα ιστορικά με τα λογοτεχνικά βιβλία. Aνακάτεψε στο σαλόνι της έπιπλα κάθε ρυθμού και ποιότητας. ΦΡ ανακατωμένος / ανακατεμένος ο ερχόμενος, για μεγάλη ακαταστασία: Εδώ μέσα είναι ανακατωμένος ο ερχόμενος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ανακατεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15