κουνώ  Verb  [kuno, koynw]

Ähnliche Bedeutung wie κουνώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κουνώ

... Ο Βίλχελμ Κούνο (Wilhelm Cuno, Ζουλ, 2 Ιουλίου 1876 - Άουμυλε, 3 Ιανουαρίου 1933) ήταν Γερμανός πολιτικός. Από τον Νοέμβριο του 1922 μέχρι τον Αύγουστο ...

... Η κροατική κούνα ή κούνα Κροατίας (Kuna, ISO 4217 κωδικός: HRK) είναι το νόμισμα της Κροατίας. Υποδιαιρείται σε 100 λίπα. Το κούνα εκδίδεται από την Κροατική ...

... Συντεταγμένες: 62°18′N 06°39′W / 62.300°N 6.650°W / 62.300; -6.650 Το Κούνοϊ (φερ.: Kunoy) είναι το όγδοο μεγαλύτερο σε έκταση νησί των Φερόων Νήσων ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bewegen

... Jeder hat das Recht, sich innerhalb eines Staates frei zu bewegen und seinen Aufenthaltsort frei zu wählen. ...

... Planeten bewegen sich um einen Fixstern. ...

... Die Kiste war so schwer, dass ich sie nicht bewegen konnte. ...

Quelle: jakov, BraveSentry, Manfredo

Grammatik


ΚΟΥΝΩ
I displace
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουνάω, κουνώκουνάμε, κουνούμεκουνιέμαικουνιόμαστε
κουνάςκουνάτεκουνιέσαικουνιέστε, κουνιόσαστε
κουνάει, κουνάκουνάν(ε), κουνούν(ε)κουνιέταικουνιούνται, κουνιόνται
Imper
fekt
κουνούσα, κούναγακουνούσαμε, κουνάγαμεκουνιόμουν(α)κουνιόμαστε, κουνιόμασταν
κουνούσες, κούναγεςκουνούσατε, κουνάγατεκουνιόσουν(α)κουνιόσαστε, κουνιόσασταν
κουνούσε, κούναγεκουνούσαν(ε), κούναγαν, κουνάγανεκουνιόταν(ε)κουνιόνταν(ε), κουνιούνταν, κουνιόντουσαν
Aoristκούνησακουνήσαμεκουνήθηκακουνηθήκαμε
κούνησεςκουνήσατεκουνήθηκεςκουνηθήκατε
κούνησεκούνησαν, κουνήσαν(ε)κουνήθηκεκουνήθηκαν, κουνηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω κουνήσει
έχω κουνημένο
έχουμε κουνήσει
έχουμε κουνημένο
έχω κουνηθεί
είμαι κουνημένος, -η
έχουμε κουνηθεί
είμαστε κουνημένοι, -ες
έχεις κουνήσει
έχεις κουνημένο
έχετε κουνήσει
έχετε κουνημένο
έχεις κουνηθεί
είσαι κουνημένος, -η
έχετε κουνηθεί
είστε κουνημένοι, -ες
έχει κουνήσει
έχει κουνημένο
έχουν κουνήσει
έχουν κουνημένο
έχει κουνηθεί
είναι κουνημένος, -η, -ο
έχουν κουνηθεί
είναι κουνημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα κουνήσει
είχα κουνημένο
είχαμε κουνήσει
είχαμε κουνημένο
είχα κουνηθεί
ήμουν κουνημένος, -η
είχαμε κουνηθεί
ήμαστε κουνημένοι, -ες
είχες κουνήσει
είχες κουνημένο
είχατε κουνήσει
είχατε κουνημένο
είχες κουνηθεί
ήσουν κουνημένος, -η
είχατε κουνηθεί
ήσαστε κουνημένοι, -ες
είχε κουνήσει
είχε κουνημένο
είχαν κουνήσει
είχαν κουνημένο
είχε κουνηθεί
ήταν κουνημένος, -η, -ο
είχαν κουνηθεί
ήταν κουνημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουνάω, θα κουνώθα κουνάμε, θα κουνούμεθα κουνιέμαιθα κουνιόμαστε
θα κουνάςθα κουνάτεθα κουνιέσαιθα κουνιέστε, θα κουνιόσαστε
θα κουνάει, θα κουνάθα κουνάν(ε), θα κουνούν(ε)θα κουνιέταιθα κουνιούνται, θα κουνιόνται
Fut
ur
θα κουνήσωθα κουνήσουμε, θα κουνήσομεθα κουνηθώθα κουνηθούμε
θα κουνήσειςθα κουνήσετεθα κουνηθείςθα κουνηθείτε
θα κουνήσειθα κουνήσουν(ε)θα κουνηθείθα κουνηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουνήσει
θα έχω κουνημένο
θα έχουμε κουνήσει
θα έχουμε κουνημένο
θα έχω κουνηθεί
θα είμαι κουνημένος, -η
θα έχουμε κουνηθεί
θα είμαστε κουνημένοι, -ες
θα έχεις κουνήσει
θα έχεις κουνημένο
θα έχετε κουνήσει
θα έχετε κουνημένο
θα έχεις κουνηθεί
θα είσαι κουνημένος, -η
θα έχετε κουνηθεί
θα είστε κουνημένοι, -ες
θα έχει κουνήσει
θα έχει κουνημένο
θα έχουν κουνήσει
θα έχουν κουνημένο
θα έχει κουνηθεί
θα είναι κουνημένος, -η, -ο
θα έχουν κουνηθεί
θα είναι κουνημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουνάω, να κουνώνα κουνάμε, να κουνούμενα κουνιέμαινα κουνιόμαστε
να κουνάςνα κουνάτενα κουνιέσαινα κουνιέστε, να κουνιόσαστε
να κουνάει, να κουνάνα κουνάν(ε), να κουνούν(ε)να κουνιέταινα κουνιούνται, να κουνιόνται
Aoristνα κουνήσωνα κουνήσουμε, να κουνήσομενα κουνηθώνα κουνηθούμε
να κουνήσειςνα κουνήσετενα κουνηθείςνα κουνηθείτε
να κουνήσεινα κουνήσουν(ε)να κουνηθείνα κουνηθούν(ε)
Perfνα έχω κουνήσει
να έχω κουνημένο
να έχουμε κουνήσει
να έχουμε κουνημένο
να έχω κουνηθεί
να είμαι κουνημένος, -η
να έχουμε κουνηθεί
να είμαστε κουνημένοι, -ες
να έχεις κουνήσει
να έχεις κουνημένο
να έχετε κουνήσει
να έχετε κουνημένο
να έχεις κουνηθεί
να είσαι κουνημένος, -η
να έχετε κουνηθεί
να είστε κουνημένοι, -η
να έχει κουνήσει
να έχει κουνημένο
να έχουν κουνήσει
να έχουν κουνημένο
να έχει κουνηθεί
να είναι κουνημένος, -η, -ο
να έχουν κουνηθεί
να είναι κουνημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούνα, κούναγεκουνάτεκουνιέστε
Aoristκούνησε, κούνακουνήστεκουνήσουκουνηθείτε
Part
izip
Presκουνώντας
Perfέχοντας κουνήσει, έχοντας κουνημένοκουνημένος, -η, -οκουνημένοι, -ες, -α
InfinAoristκουνήσεικουνηθεί












Griechische Definition zu κουνώ

κουνώ [kunó] & -άω, -ιέμαι : 1α. αλλάζω τη θέση ή τη στάση ενός πράγματος, συνήθ. όταν πρόκειται για κτ. του οποίου το ένα άκρο είναι σταθερό: Ο αέρας κουνάει τα κλαδιά των δέντρων. Kούνησε τη μηλιά, την τίναξε. Δεν κουνιόταν φύλλο, για απόλυτη νηνεμία. Mας κούνησε το μαντίλι, για αποχαιρετισμό. Tα παιδιά κουνούσαν σημαιούλες. || ανακινώ κτ.: Kουνήστε καλά το μπουκάλι πριν από κάθε χρήση. ΦΡ δεν κουνιέται φύλλο*. β. για μέλη του σώματος: Mιλούσε κουνώντας ζωηρά τα χέρια του. Mας κούνησε το χέρι, για χαιρετισμό ή για αποχαιρετισμό. Kούνησε το κεφάλι του αποδοκιμαστικά. Tι κουνάς το κεφάλι σου; Mη μου κουνάς εμένα το δάχτυλο!, εννοείται απειλητικά. Ο σκύλος κούνησε χαρούμενα την ουρά του. || Kουνάω το μωρό, (στα χέρια ή στην κούνια) για να κοιμηθεί. Έλα να με κουνήσεις λίγο!, στην κούνια, στην αιώρα, στην τραμπάλα κτλ. (έκφρ.) κούνα τα χέρια σου / τα πόδια σου!, κάνε γρήγορα! ΦΡ δεν κούνησε ούτε το μικρό του δαχτυλάκι*. κούνια* που σε κούναγε! κουνάει την ουρά* της. || (παθ.) για γυναίκα που περπατά λικνίζοντας προκλητικά τους γοφούς της. ΦΡ μη μου κουνιέσαι (εμένα)!, απειλητικά, μη μου φέρνεις αντιρρήσεις. γ. για κτ. το οποίο έχει χάσει τη σταθερότητα ή την ευστάθειά του: Kουνιέται / κουνάει το δόντι μου. Mην κουνάς την καρέκλα, θα πέσεις! Kουνιέται το τραπέζι. Tο πλοίο κουνάει, κλυδωνίζεται. Kουνηθήκαμε πολύ στο ταξίδι, για πλοίο, αεροπλάνο κτλ. || Kουνηθήκαμε αρκετά, για σεισμό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κουνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15