κατεβάζω  Verb  [katevazo, katebazw]

Ähnliche Bedeutung wie κατεβάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κατεβάζω

... ήταν οι τελευταίοι που είδαν τη Σοβιετική Ένωση και τη Γιουγκοσλαβία να κατεβάζουν ενιαίες ομάδες (τα δύο κράτη διαλύθηκαν το 1991, αν και μια πιο «στενή» ...

... ανάμεσα σε νησάκια σαν ένα σχετικά άβαθο χαντάκι ή ακόμη από τα υλικά που κατεβάζουν τα ποτάμια στις εκβολές του και τις δημιουργούμενες επιχώσεις, όπως δηλ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ermäßigen

... werden. Rechnungen über wahlärztliche Leistungen sind um 25 Prozent zu ermäßigen. Handelt es sich um Rechnungen externer Wahlärzte, d.h. Ärzte, die von ...

... Geschwindigkeit 100 km/h ermäßigen Halt erwarten Hl 12a Geschwindigkeit 40 km/h ermäßigen Halt erwarten Hl 12b Geschwindigkeit 60 km/h ermäßigen Halt erwarten ...

... Kundengeschäft Margen. Sie erhöhen beim Kauf durch den Kunden die Kurswerte und ermäßigen sie beim Verkauf. Marge ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΤΕbazo">ΒΑΖΩ
mpazo">I take down
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κατεβάζωκατεβάζουμε, κατεβάζομε
κατεβάζειςκατεβάζετε
κατεβάζεικατεβάζουν(ε)
Imper
fekt
κατέβαζακατεβάζαμε
κατέβαζεςκατεβάζατε
κατέβαζεκατέβαζαν, κατεβάζαν(ε)
Aoristκατέβασα, katebaino">κατέβηκακατεβάσαμε
κατέβασεςκατεβάσατε
κατέβασεκατέβασαν, κατεβάσαν(ε)
Per
fect
έχω κατεβάσειέχουμε κατεβάσει
έχεις κατεβάσειέχετε κατεβάσει
έχει κατεβάσειέχουν κατεβάσει
Plu
per
fect
είχα κατεβάσειείχαμε κατεβάσει
είχες κατεβάσειείχατε κατεβάσει
είχε κατεβάσειείχαν κατεβάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κατεβάζωθα κατεβάζουμε, θα κατεβάζομε
θα κατεβάζειςθα κατεβάζετε
θα κατεβάζειθα κατεβάζουν(ε)
Fut
ur
θα κατεβάσωθα κατεβάσουμε, θα κατεβάζομε
θα κατεβάσειςθα κατεβάσετε
θα κατεβάσειθα κατεβάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κατεβάσειθα έχουμε κατεβάσει
θα έχεις κατεβάσειθα έχετε κατεβάσει
θα έχει κατεβάσειθα έχουν κατεβάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κατεβάζωνα κατεβάζουμε, να κατεβάζομε
να κατεβάζειςνα κατεβάζετε
να κατεβάζεινα κατεβάζουν(ε)
Aoristνα κατεβάσωνα κατεβάσουμε, να κατεβάσομε
να κατεβάσειςνα κατεβάσετε
να κατεβάσεινα κατεβάσουν(ε)
Perfνα έχω κατεβάσεινα έχουμε κατεβάσει
να έχεις κατεβάσεινα έχετε κατεβάσει
να έχει κατεβάσεινα έχουν κατεβάσει
Imper
ativ
Presκατέβαζεκατεβάζετε
Aoristκατέβασεκατεβάστε
Part
izip
Presκατεβάζοντας
Perfέχοντας κατεβάσει
κατεβασμένος
InfinAoristκατεβάσει











Person Wortform
Präsens ich senke
du senkst
er, sie, es senkt
Präteritum ich senkte
Konjunktiv II ich senkte
Imperativ Singular senke!
Plural senkt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gesenkt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:senken










Griechische Definition zu κατεβάζω

κατεβάζω [katevázo] .1α μππ. κατεβασμένος· (πρβ. κατεβαίνω, ως αντίστοιχο παθ.) : ANT ανεβάζω. I1α. μετακινώ κτ. ή κπ. και τον φέρνω σε ένα χαμηλότερο επίπεδο ή σημείο: κατεβάζω το λάδι στο υπόγειο / τις βαλίτσες στο πεζοδρόμιο. κατεβάζω τα ποτήρια από το ντουλάπι. κατεβάζω το κάδρο από τον τοίχο, το βγάζω, το απομακρύνω. Kατέβασε το κάδρο λίγο ακόμη, τοποθέτησέ το χαμηλότερα. Πήρε το μωρό αγκαλιά και το κατέβασε κάτω στο αυτοκίνητο. Tο ασανσέρ μάς κατεβάζει έως το ισόγειο. κατεβάζω τα ρολά, τα κλείνω, και ως έκφραση διακόπτω τη λειτουργία του καταστήματος: Οι έμποροι απειλούν να κατεβάσουν τα ρολά, αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους. κατεβάζω το διακόπτη, τον κλείνω τραβώντας τον προς τα κάτω, και με επέκταση, διακόπτω την παροχή ρεύματος: Οι υπάλληλοι της ηλεκτρικής εταιρείας κατέβασαν τους διακόπτες σε ένδειξη διαμαρτυρίας. κατεβάζω τη σημαία*. κατεβάζω το ακουστικό, του τηλεφώνου. κατεβάζω το παντελόνι μου / τη φούστα μου. (έκφρ.) του κατέβασε μια στο κεφάλι, του έδωσε ένα χτύπημα. ΦΡ τα κατεβάζω: α. κατεβάζω το παντελόνι μου. β. αυτοεξευτελίζομαι. σε ΦΡ που προσκρούουν στο θρησκευτικό συναίσθημα κατεβάζω Xριστούς και Παναγίες, βρίζω βλαστημώντας. κατεβάζω καντήλια*. || μακραίνω: Kατέβασε λίγο τα μανίκια / τη φούστα / το παντελόνι. || (πληροφ., προφ.) αντιγράφω στον υπολογιστή ένα αρχείο συνήθ. από δίκτυο. β. (για μέλος ή για όργανο του σώματος) κλίνω προς τα κάτω. ANT σηκώνω6: κατεβάζω το κεφάλι, σκύβω το κεφάλι και μτφ. ως ένδειξη ντροπής, υποταγής ή θλίψης. κατεβάζω τα μάτια, κοιτώ προς τα κάτω, και ως έκφραση, ένδειξη ντροπής ή υποταγής. κατεβάζω τα χέρια / τα πόδια. Ο σκύλος κατέβασε την ουρά του / τα αυτιά του. ΦΡ κατεβάζω την ουρά / τα αυτιά, για κπ. που υποχωρεί ντροπιασμένος. κατεβάζω (τα) μούτρα*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κατεβάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15