καταλήγω  Verb  [kataligo, kataliro, katalhgw]

Ähnliche Bedeutung wie καταλήγω


Beispielsätze καταλήγω

... χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη ξεκινά από τα μέσα του 14ου αι. και καταλήγει στο 1580 περίπου. Ονομάζεται περίοδος της προετοιμασίας, γιατί η λογοτεχνία ...

... μεταξύ των οπαδών κυμαίνεται από μικρές αψιμαχίες μέχρι πολέμους που καταλήγουν σε τραγωδίες (όπως η τραγωδία του Χέιζελ). Οι τρεις προκριματικοί αγώνες ...

... σίγουρος για το ποιες ήταν ακριβώς αυτές οι χειρονομίες, ορισμένοι ειδικοί καταλήγουν πως υψωμένη γροθιά προς το νικητή και κατόπιν αντίχειρας προς τα πάνω ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze landen

... Sagen Sie diesen Leuten, sie sollen zurückgehen, damit der Hubschrauber landen kann. ...

... Viele Tonnen Müll landen jeden Monat auf dieser Müllkippe. ...

... Wenn Sie so Auto fahren, landen Sie noch im Krankenhaus. ...

Quelle: kriskelvin, Pfirsichbaeumchen, Sudajaengi

Grammatik


ΚΑΤΑΛΗΓΩ
I end
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταλήγωκαταλήγουμε, καταλήγομε
καταλήγειςκαταλήγετε
καταλήγεικαταλήγουν(ε)
Imper
fekt
κατέληγακαταλήγαμε
κατέληγεςκαταλήγατε
κατέληγεκατέληγαν, καταλήγαν(ε)
Aoristκατέληξακαταλήξαμε
κατέληξεςκαταλήξατε
κατέληξεκατέληξαν, καταλήξαν(ε)
Per
fect
έχω καταλήξειέχουμε καταλήξει
έχεις καταλήξειέχετε καταλήξει
έχει καταλήξειέχουν καταλήξει
Plu
per
fect
είχα καταλήξειείχαμε καταλήξει
είχες καταλήξειείχατε καταλήξει
είχε καταλήξειείχαν καταλήξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταλήγωθα καταλήγουμε, θα καταλήγομε
θα καταλήγειςθα καταλήγετε
θα καταλήγειθα καταλήγουν(ε)
Fut
ur
θα καταλήξωθα καταλήξουμε, θα καταλήξομε
θα καταλήξειςθα καταλήξετε
θα καταλήξειθα καταλήξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταλήξειθα έχουμε καταλήξει
θα έχεις καταλήξειθα έχετε καταλήξει
θα έχει καταλήξειθα έχουν καταλήξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταλήγωνα καταλήγουμε, να καταλήγομε
να καταλήγειςνα καταλήγετε
να καταλήγεινα καταλήγουν(ε)
Aoristνα καταλήξωνα καταλήξουμε, να καταλήξομε
να καταλήξειςνα καταλήξετε
να καταλήξεινα καταλήξουν(ε)
Perfνα έχω καταλήξεινα έχουμε καταλήξει
να έχεις καταλήξεινα έχετε καταλήξει
να έχει καταλήξεινα έχουν καταλήξει
Imper
ativ
Presκατέληγεκαταλήγετε
Aoristκατέληξεκαταλήξτε, καταλήχτε
Part
izip
Presκαταλήγοντας
Perfέχοντας καταλήξει
InfinAoristκαταλήξει







Person Wortform
Präsens ich ende
du endest
er, sie, es endet
Präteritum ich endete
Konjunktiv II ich endete
Imperativ Singular ende!
Plural endet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geendet haben
Alle weiteren Formen: Flexion:enden



Person Wortform
Präsens ich gerate
du gerätst
er, sie, es gerät
Präteritum ich geriet
Konjunktiv II ich geriete
Imperativ Singular gerate!
gerat!
Plural geratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geraten sein
Alle weiteren Formen: Flexion:geraten


Griechische Definition zu καταλήγω

καταλήγω [katalíγo] Ρ αόρ. κατέληξα, απαρέμφ. καταλήξει : 1. για κτ. που τελειώνει σε κάποιο σημείο, που τερματίζει κάπου: Εξοχικός δρόμος που καταλήγει σε ένα δάσος. Tο λεωφορείο ξεκινάει από την Aθήνα και καταλήγει στη Θεσσαλονίκη, έχει τέρμα στη Θεσσαλονίκη. Tα απορρίμματα με τα ειδικά αυτοκίνητα καταλήγουν στις χωματερές. || Tο καμάκι είναι ένα στέλεχος που καταλήγει σε τρεις αιχμές, η μία άκρη του σχηματίζει αιχμές. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταλήγω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15