καταθέτω  Verb  [katatheto, katathetw]

Ähnliche Bedeutung wie καταθέτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καταθέτω

... Φαλτσιάνι, φέρεται στην ελληνική δημοσιογραφία ειδικός κατάλογος Ελλήνων καταθετών στην τράπεζα HSBC της Ελβετίας, που ήταν μεν προϊόν υποκλοπής, πλην όμως ...

... συμμετέχοντες καταθέτουν ταυτόχρονα κλειστές προτάσεις για το ποσό που διατίθενται να πληρώσουν για το αγαθό. Νικητής είναι αυτός που καταθέτει την υψηλότερη ...

... Εύβοια χρησιμοποιώντας τον όρο εγκληματική και φονική πράξη τα διόδια καταθέτοντας αναφορά προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze einlegen

... Bevor ich hätte Widerspruch einlegen können, waren mir schon Handschellen angelegt worden und ich befand mich auf dem Weg ins Gefängnis. ...

... Bist du sicher, dass du keine Pause einlegen willst? ...

... Seid ihr sicher, dass ihr keine Pause einlegen wollt? ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΚΑΤΑΘΕΤΩ
I deposit
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταθέτωκαταθέτουμε, καταθέτομεκατατίθεμαικατατιθέμεθα
καταθέτειςκαταθέτετεκατατίθεσαικατατίθεσθε
καταθέτεικαταθέτουν(ε)κατατίθεταικατατίθενται
Imper
fekt
κατέθετακαταθέταμε
κατέθετεςκαταθέτατε
κατέθετεκατέθεταν, καταθέταν(ε)κατετίθετοκατετίθεντο
Aoristκατέθεσακαταθέσαμεκατατέθηκακατατεθήκαμε
κατέθεσεςκαταθέσατεκατατέθηκεςκατατεθήκατε
κατέθεσεκατέθεσαν, καταθέσαν(ε)κατατέθηκεκατατέθηκαν, κατατεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω καταθέσειέχουμε καταθέσειέχω κατατεθεί
είμαι κατατεθειμένος, -η
έχουμε κατατεθεί
είμαστε κατατεθειμένοι, -ες
έχεις καταθέσειέχετε καταθέσειέχεις κατατεθεί
είσαι κατατεθειμένος, -η
έχετε κατατεθεί
είστε κατατεθειμένοι, -ες
έχει καταθέσειέχουν καταθέσειέχει κατατεθεί
είναι κατατεθειμένος, -η, -ο
έχουν κατατεθεί
είναι κατατεθειμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καταθέσειείχαμε καταθέσειείχα κατατεθεί
ήμουν κατατεθειμένος, -η
είχαμε κατατεθεί
ήμαστε κατατεθειμένοι, -ες
είχες καταθέσειείχατε καταθέσειείχες κατατεθεί
ήσουν κατατεθειμένος, -η
είχατε κατατεθεί
ήσαστε κατατεθειμένοι, -ες
είχε καταθέσειείχαν καταθέσειείχε κατατεθεί
ήταν κατατεθειμένος, -η, -ο
είχαν κατατεθεί
ήταν κατατεθειμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταθέτωθα καταθέτουμε, θα καταθέτομεθα κατατίθεμαιθα κατατιθέμεθα
θα καταθέτειςθα καταθέτετεθα κατατίθεσαιθα κατατίθεσθε
θα καταθέτειθα καταθέτουν(ε)θα κατατίθεταιθα κατατίθενται
Fut
ur
θα καταθέσωθα καταθέσουμε, θα καταθέσομεθα κατατεθώθα κατατεθούμε
θα καταθέσειςθα καταθέσετεθα κατατεθείςθα κατατεθείτε
θα καταθέσειθα καταθέσουν(ε)θα κατατεθείθα κατατεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταθέσειθα έχουμε καταθέσειθα έχω κατατεθεί
θα είμαι κατατεθειμένος, -η
θα έχουμε κατατεθεί
θα είμαστε κατατεθειμένοι, -ες
θα έχεις καταθέσειθα έχετε καταθέσειθα έχεις κατατεθεί
θα είσαι κατατεθειμένος, -η
θα έχετε κατατεθεί
θα είστε κατατεθειμένοι, -ες
θα έχει καταθέσειθα έχουν καταθέσειθα έχει κατατεθεί
θα είναι κατατεθειμένος, -η, -ο
θα έχουν κατατεθεί
θα είναι κατατεθειμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταθέτωνα καταθέτουμε, να καταθέτομενα κατατίθεμαινα κατατιθέμεθα
να καταθέτειςνα καταθέτετενα κατατίθεσαινα κατατίθεσθε
να καταθέτεινα καταθέτουν(ε)να κατατίθεταινα κατατίθενται
Aoristνα καταθέσωνα καταθέσουμε, να καταθέσομενα κατατεθώνα κατατεθούμε
να καταθέσειςνα καταθέσετενα κατατεθείςνα κατατεθείτε
να καταθέσεινα καταθέσουν(ε)να κατατεθείνα κατατεθούν(ε)
Perfνα έχω καταθέσεινα έχουμε καταθέσεινα έχω κατατεθεί
να είμαι κατατεθειμένος, -η
να έχουμε κατατεθεί
να είμαστε κατατεθειμένοι, -ες
να έχεις καταθέσεινα έχετε καταθέσεινα έχεις κατατεθεί
να είσαι κατατεθειμένος, -η
να έχετε κατατεθεί
να είστε κατατεθειμένοι, -ες
να έχει καταθέσεινα έχουν καταθέσεινα έχει κατατεθεί
να είναι κατατεθειμένος, -η, -ο
να έχουν κατατεθεί
να είναι κατατεθειμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατάθετεκαταθέτετεκατατίθεσθε
Aoristκατάθεσεκαταθέσετε, καταθέστεκαταθέσουκατατεθείτε
Part
izip
Presκαταθέτοντας
Perfέχοντας καταθέσεικατατεθειμένος, -η, -οκατατεθειμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταθέσεικατατεθεί












Griechische Definition zu καταθέτω

καταθέτω [kataθéto] -ομαι, κατατίθεμαι [katatíθeme] Ρ αόρ. κατέθεσα και κατάθεσα, απαρέμφ. καταθέσει, παθ. κατατίθεμαι, κατατίθεσαι, κατατίθεται, κατατιθέμεθα, κατατίθεστε, κατατίθενται, και (προφ.) καταθέτομαι, αόρ. κατατέθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και κατετέθη, κατετέθησαν, απαρέμφ. κατατεθεί, μππ. κατατεθειμένος* : 1α. παραδίδω κτ., κυρίως έγγραφο, σε δημόσια αρχή: Kατέθεσε στο υπουργείο αίτηση για διορισμό, υποβάλλω. Θα καταθέσω αγωγή για αποζημίωση / μήνυση στον εισαγγελέα. Aύριο κατατίθεται στη βουλή το νομοσχέδιο για την παιδεία. καταθέτω ένα εμπορικό σήμα, στην αρμόδια υπηρεσία για να εξασφαλίσω την αποκλειστικότητα· (βλ. σήμα κατατεθέν). β. παραδίδω χρήματα σε πιστωτικό ίδρυμα για φύλαξη, τοκισμό και μελλοντική επιστροφή τους: Kάθε μήνα καταθέτει ένα μέρος του μισθού του στην τράπεζα. Kατέθεσα στο λογαριασμό του / στο όνομά του εκατό χιλιάδες. || Kατέθεσε στη μνήμη του φίλου του δέκα χιλιάδες στο ταμείο φιλανθρωπικού ιδρύματος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταθέτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15