κατέχω  Verb  [katecho, katexw]

Ähnliche Bedeutung wie κατέχω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κατέχω

... επαγγελματικό επίπεδο η αρίθμηση αυτή δεν υφίσταται και κάθε ποδοσφαιριστής κατέχει ένα σταθερό αριθμό στο ρόστερ της ομάδας για όλη τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής ...

... παράταση, είτε όταν μια ομάδα πετύχει γκολ (χρυσό γκολ), είτε αν μια ομάδα κατέχει το προβάδισμα στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης (ασημένιο γκολ) ...

... στο Ινστιτούτο Φυσιολογίας του Μπρύκε στο πανεπιστήμιο, όπου εργάστηκε κατέχοντας τον τίτλο του famulus, αποτελώντας ερευνητή φοιτητή. Ο Φρόυντ ερεύνησε ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze etw. besitzen

... Kraven (eng. craven = vollkommener Feigling, aber auch eng. to crave sth. = etw. begehren): Fürst Viktor hat Kraven als zeitweiligen Anführer seines Ordens ...

... nach dem Tode von „Franz Adam Eusebius Reichsgraf von Sahr“ (* etw. 6. Juli 1624; † etw. 5. April 1670, Schloss Kladno) im Mannesstamme, die Grundherrschaften ...

... Hogwarts-Champions Cedric Diggory. Amortentia (lat. amor, die Liebe; lat. temptare, etw. erstreben) ist der stärkste Liebestrank der Welt. Er erzeugt keine wirkliche ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
κατέχω
κατέχω
κατέχοιμι
-
σύ
κατέχεις
κατέχῃς
κατέχοις
κάτεχε
οὖτος
κατέχει
κατέχ
κατέχοι
κατεχέτω
ἡμεῖς
κατέχομεν
κατέχωμεν
κατέχοιμεν
-
ὑμεῖς
κατέχετε
κατέχητε
κατέχοιτε
κατέχετε
οὗτοι
κατέχουσι(ν)
κατέχωσι(ν)
κατέχοιεν
κατεχόντων / κατεχέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
κατέχειν
κατέχων
κατέχουσα
κάτεχον










Griechische Definition zu κατέχω

κατέχω [katéxo] -ομαι Ρ πρτ. κατείχα και λαϊκότρ. κάτεχα, παθ. πρτ. κατεχόμουν : 1α. έχω κτ. στην κυριότητα και στην κατοχή μου, στην αποκλειστική χρήση μου ή στην εξουσία μου: Οι γαιοκτήμονες κατείχαν μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Kατέχει έγγραφα μεγάλης αξίας. Kατέχουν παράνομα ιδιοκτησία του δημοσίου. || καταλαμβάνω στρατιωτικά ένα ξένο κράτος ή ένα τμήμα του: Aπό το 1941 έως το 1944 η Ελλάδα κατέχεται από τους Γερμανούς. H κατεχόμενη βόρεια Kύπρος. Tα κατεχόμενα εδάφη και ως ουσ. τα κατεχόμενα: Ελληνοκύπριοι από τα κατεχόμενα. β. (με τη λέξη θέση ή με άλλη συγγενική) έχω κάποιο αξίωμα, ιδιότητα κτλ.: Kατέχει ανώτατη θέση στην υπαλληλική ιεραρχία. Kατέχει το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας / τον τίτλο του διδάκτορα / τίτλους ευγενείας. H ελληνική ποίηση κατέχει αξιόλογη θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία. H (τάδε) χώρα κατέχει την πρώτη / την τελευταία θέση στην παιδική θνησιμότητα. ΦΡ κατέχω τα σκήπτρα*. γ. για κτ. που καταλαμβάνει μια έκταση στο χώρο: H Ελλάδα κατέχει καίρια γεωγραφική θέση στην ανατολική Mεσόγειο. Tα ανάκτορα κατέχουν περίοπτη θέση μέσα στην πόλη. || H ψυχαγωγία κατέχει όλο τον ελεύθερο χρόνο του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κατέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15