κατέχω  

  • innehaben
    upvotedownvote
  • besitzen
    upvotedownvote
  • etw. besitzen
    upvotedownvote
  • Ich besitze
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... επαγγελματικό επίπεδο η αρίθμηση αυτή δεν υφίσταται και κάθε ποδοσφαιριστής κατέχει ένα σταθερό αριθμό στο ρόστερ της ομάδας για όλη τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής ...

... παράταση, είτε όταν μια ομάδα πετύχει γκολ (χρυσό γκολ), είτε αν μια ομάδα κατέχει το προβάδισμα στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου της παράτασης (ασημένιο γκολ) ...

... στο Ινστιτούτο Φυσιολογίας του Μπρύκε στο πανεπιστήμιο, όπου εργάστηκε κατέχοντας τον τίτλο του famulus, αποτελώντας ερευνητή φοιτητή. Ο Φρόυντ ερεύνησε ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

katecho, katexw


Deutsche Synonyme zu: κατέχω

innehaben besitzen haben sein Eigen nennen (über etwas) verfügen bieten aufweisen


Grammatik

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
κατέχω
κατέχω
κατέχοιμι
-
σύ
κατέχεις
κατέχῃς
κατέχοις
κάτεχε
οὖτος
κατέχει
κατέχ
κατέχοι
κατεχέτω
ἡμεῖς
κατέχομεν
κατέχωμεν
κατέχοιμεν
-
ὑμεῖς
κατέχετε
κατέχητε
κατέχοιτε
κατέχετε
οὗτοι
κατέχουσι(ν)
κατέχωσι(ν)
κατέχοιεν
κατεχόντων / κατεχέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
κατέχειν
κατέχων
κατέχουσα
κάτεχον
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15