anziehen
 Verb

ντύνω Verb
(3)
φορώ Verb
(1)
μεθέλκω Verb
(0)
εντύνω Verb
(0)
ελκύω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Es ist, als würde man eine schöne große Puppe anziehen.Είναι σα να ντύνω μια μεγάλη κούκλα.

Übersetzung nicht bestätigt

Ich darf dich nicht anziehen.Δεν μπορώ να σε ντύνω...

Übersetzung nicht bestätigt

Ich muss sie zur Toilette tragen, Abends ausziehen, anziehen am Morgen...Πρέπει να την κουβαλάω, στην τουαλέτα έξω, να την ξεντύνω το βράδυ, να την ντύνω τα πρωινά...

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ντύνωντύνουμε, ντύνομεντύνομαιντυνόμαστε
ντύνειςντύνετεντύνεσαιντύνεστε, ντυνόσαστε
ντύνειντύνουν(ε)ντύνεταιντύνονται
Imper
fekt
έντυναντύναμεντυνόμουν(α)ντυνόμαστε, ντυνόμασταν
έντυνεςντύνατεντυνόσουν(α)ντυνόσαστε, ντυνόσασταν
έντυνεέντυναν, ντύναν(ε) ντυνόταν(ε)ντύνονταν, ντυνόντανε, ντυνόντουσαν
Aoristέντυσαντύσαμεντύθηκαντυθήκαμε
έντυσεςντύσατεντύθηκεςντυθήκατε
έντυσεέντυσαν, ντύσαν(ε) ντύθηκεντύθηκαν, ντυθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ντύσει
έχω ντυμένο
έχουμε ντύσει
έχουμε ντυμένο
έχω ντυθεί
είμαι ντυμένος, -η
έχουμε ντυθεί
είμαστε ντυμένοι, -ες
έχεις ντύσει
έχεις ντυμένο
έχετε ντύσει
έχετε ντυμένο
έχεις ντυθεί
είσαι ντυμένος, -η
έχετε ντυθεί
είστε ντυμένοι, -ες
έχει ντύσει
έχει ντυμένο
έχουν ντύσει
έχουν ντυμένο
έχει ντυθεί
είναι ντυμένος, -η, -ο
έχουν ντυθεί
είναι ντυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ντύσει
είχα ντυμένο
είχαμε ντύσει
είχαμε ντυμένο
είχα ντυθεί
ήμουν ντυμένος, -η
είχαμε ντυθεί
ήμαστε ντυμένοι, -ες
είχες ντύσει
είχες ντυμένο
είχατε ντύσει
είχατε ντυμένο
είχες ντυθεί
ήσουν ντυμένος, -η
είχατε ντυθεί
ήσαστε ντυμένοι, -ες
είχε ντύσει
είχε ντυμένο
είχαν ντύσει
είχαν ντυμένο
είχε ντυθεί
ήταν ντυμένος, -η, -ο
είχαν ντυθεί
ήταν ντυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ντύνωθα ντύνουμε, θα ντύνομεθα ντύνομαιθα ντυνόμαστε
θα ντύνειςθα ντύνετεθα ντύνεσαιθα ντύνεστε/θα ντυνόσαστε
θα ντύνειθα ντύνουνθα ντύνεταιθα ντύνονται
Fut
ur
θα ντύσωθα ντύσουμε, θα ντύσομεθα ντυθώθα ντυθούμε
θα ντύσειςθα ντύσετεθα ντυθείςθα ντυθείτε
θα ντύσειθα ντύσουνθα ντυθείθα ντυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ντύσει
θα έχω ντυμένο
θα έχουμε ντύσει
θα έχουμε ντυμένο
θα έχω ντυθεί
θα είμαι ντυμένος, -η
θα έχουμε ντυθεί
θα είμαστε ντυμένοι, -ες
θα έχεις ντύσει
θα έχεις ντυμένο
θα έχετε ντύσει
θα έχετε ντυμένο
θα έχεις ντυθεί
θα είσαι ντυμένος, -η
θα έχετε ντύσει
θα είστε ντυμένοι, -ες
θα έχει ντύσει
θα έχει ντυμένο
θα έχουν ντύσει
θα έχουν ντυμένο
θα έχει ντυθεί
θα είναι ντυμένος, -η, -ο
θα έχουν ντυθεί
θα είναι ντυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ντύνωνα ντύνουμε, να ντύνομενα ντύνομαινα ντυνόμαστε
να ντύνειςνα ντύνετενα ντύνεσαινα ντύνεστε
να ντυνόσαστε
να ντύνεινα ντύνουννα ντύνεταινα ντύνονται
Aoristνα ντύσωνα ντύσουμε, να ντύσομενα ντυθώνα ντυθούμε
να ντύσειςνα ντύσετενα ντυθείςνα ντυθείτε
να ντύσεινα ντύσουννα ντυθείνα ντυθούν(ε)
Perfνα έχω ντύσει
να έχω ντυμένο
να έχουμε ντύσει
να έχουμε ντυμένο
να έχω ντυθεί
να είμαι ντυμένος, -η
να έχουμε ντυθεί
να είμαστε ντυμένοι, -ες
να έχεις ντύσει
να έχεις ντυμένο
να έχετε ντύσει
να έχετε ντυμένο
να έχεις ντυθεί
να είσαι ντυμένος, -η
να έχετε ντυθεί
να είστε ντυμένοι, -ες
να έχει ντύσει
να έχει ντυμένο
να έχουν ντύσει
να έχουν ντυμένο
να έχει ντυθεί
να είναι ντυμένος, -η, -ο
να έχουν ντυθεί
να είναι ντυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presντύνεντύνετε ντύνεστε
Aoristντύσεντύσετε, ντύστεντύσουντυθείτε
Part
izip
Presντύνοντας
Perfέχοντας ντύσει
έχοντας ντυμένο
ντυμένος, -η, -οντυμένοι, -ες, -α
InfinAoristντύσειντυθεί



AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φοράω, φορώφοράμε, φορούμεφοριέμαιφοριόμαστε
φοράςφοράτεφοριέσαιφοριέστε, φοριόσαστε
φοράει, φοράφοράν(ε), φορούν(ε)φοριέταιφοριούνται, φοριόνται
Imper
fekt
φορούσα, φόραγαφορούσαμε, φοράγαμεφοριόμουν(α)φοριόμαστε, φοριόμασταν
φορούσες, φόραγεςφορούσατε, φοράγατεφοριόσουν(α)φοριόσαστε, φοριόσασταν
φορούσε, φόραγεφορούσαν(ε), φόραγαν, φοράγανεφοριόταν(ε)φοριόνταν(ε), φοριούνταν, φοριόντουσαν
Aoristφόρεσαφορέσαμεφορέθηκαφορεθήκαμε
φόρεσεςφορέσατεφορέθηκεςφορεθήκατε
φόρεσεφόρεσαν, φορέσαν(ε)φορέθηκεφορέθηκαν, φορεθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω φορέσει
έχω φορεμένο
έχουμε φορέσει
έχουμε φορεμένο
έχω φορεθεί
είμαι φορεμένος, -η
έχουμε φορεθεί
είμαστε φορεμένοι, -ες
έχεις φορέσει
έχεις φορεμένο
έχετε φορέσει
έχετε φορεμένο
έχεις φορεθεί
είσαι φορεμένος, -η
έχετε φορεθεί
είστε φορεμένοι, -ες
έχει φορέσει
έχει φορεμένο
έχουν φορέσει
έχουν φορεμένο
έχει φορεθεί
είναι φορεμένος, -η, -ο
έχουν φορεθεί
είναι φορεμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα φορέσει
είχα φορεμένο
είχαμε φορέσει
είχαμε φορεμένο
είχα φορεθεί
ήμουν φορεμένος, -η
είχαμε φορεθεί
ήμαστε φορεμένοι, -ες
είχες φορέσει
είχες φορεμένο
είχατε φορέσει
είχατε φορεμένο
είχες φορεθεί
ήσουν φορεμένος, -η
είχατε φορεθεί
ήσαστε φορεμένοι, -ες
είχε φορέσει
είχε φορεμένο
είχαν φορέσει
είχαν φορεμένο
είχε φορεθεί
ήταν φορεμένος, -η, -ο
είχαν φορεθεί
ήταν φορεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φοράω, θα φορώθα φοράμε, θα φορούμεθα φοριέμαιθα φοριόμαστε
θα φοράςθα φοράτεθα φοριέσαιθα φοριέστε, θα φοριόσαστε
θα φοράει, θα φοράθα φοράν(ε), θα φορούν(ε)θα φοριέταιθα φοριούνται, θα φοριόνται
Fut
ur
θα φορέσωθα φορέσουμε, θα φορέσομεθα φορεθώθα φορεθούμε
θα φορέσειςθα φορέσετεθα φορεθείςθα φορεθείτε
θα φορέσειθα φορέσουν(ε)θα φορεθείθα φορεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φορέσει
θα έχω φορεμένο
θα έχουμε φορέσει
θα έχουμε φορεμένο
θα έχω φορεθεί
θα είμαι φορεμένος, -η
θα έχουμε φορεθεί
θα είμαστε φορεμένοι, -ες
θα έχεις φορέσει
θα έχεις φορεμένο
θα έχετε φορέσει
θα έχετε φορεμένο
θα έχεις φορεθεί
θα είσαι φορεμένος, -η
θα έχετε φορεθεί
θα είστε φορεμένοι, -ες
θα έχει φορέσει
θα έχει φορεμένο
θα έχουν φορέσει
θα έχουν φορεμένο
θα έχει φορεθεί
θα είναι φορεμένος, -η, -ο
θα έχουν φορεθεί
θα είναι φορεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φοράω, να φορώνα φοράμε, να φορούμενα φοριέμαινα φοριόμαστε
να φοράςνα φοράτενα φοριέσαινα φοριέστε, να φοριόσαστε
να φοράει, να φοράνα φοράν(ε), να φορούν(ε)να φοριέταινα φοριούνται, να φοριόνται
Aoristνα φορέσωνα φορέσουμε, να φορέσομενα φορεθώνα φορεθούμε
να φορέσειςνα φορέσετενα φορεθείςνα φορεθείτε
να φορέσεινα φορέσουν(ε)να φορεθείνα φορεθούν(ε)
Perfνα έχω φορέσει
να έχω φορεμένο
να έχουμε φορέσει
να έχουμε φορεμένο
να έχω φορεθεί
να είμαι φορεμένος, -η
να έχουμε φορεθεί
να είμαστε φορεμένοι, -ες
να έχεις φορέσει
να έχεις φορεμένο
να έχετε φορέσει
να έχετε φορεμένο
να έχεις φορεθεί
να είσαι φορεμένος, -η
να έχετε φορεθεί
να είστε φορεμένοι, -η
να έχει φορέσει
να έχει φορεμένο
να έχουν φορέσει
να έχουν φορεμένο
να έχει φορεθεί
να είναι φορεμένος, -η, -ο
να έχουν φορεθεί
να είναι φορεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presφόρα, φόραγεφοράτεφοριέστε
Aoristφόρεσε, φόραφορέστεφορέσουφορεθείτε
Part
izip
Presφορώντας
Perfέχοντας φορέσει, έχοντας φορεμένοφορεμένος, -η, -οφορεμένοι, -ες, -α
InfinAoristφορέσειφορεθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback