einkleiden
 Verb

ντύνω Verb
(0)
ταβανώνω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wenn ich Ihnen einen guten Rat geben darf, vielleicht hätten Sie noch etwas mehr von Ihrem neuen Leben, wenn Sie sich neu einkleiden würden.Ξέρω πως δε θα θεωρήσετε ότι είμαι αναιδής... αλλά ίσως περάσετε λίγο καλύτερα... αν αγοράσετε καινούρια ρούχα.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir wollten uns hier nur einkleiden lassen.Ήρθαμε να μας πάρουν μέτρα για καινούργιο κουστούμι.

Übersetzung nicht bestätigt

Dann lass ich mich vom Herrenausstatter komplett neu einkleiden.Μετά σε ένα μαγαζί ανδρικών ειδών όπου θα πάρω καινούργια ρούχα.

Übersetzung nicht bestätigt

Wir müssen unseren Freund erst einkleiden, wenn wir ihn präsentieren wollen. Also, Tom?Ναι, πρέπει να τροποποιήσουμε μερικά απ'τα κοστούμια μου για τον φίλο μας πριν τον παρουσιάσω στην καλή κοινωνία του Δουβλίνου, έτσι Τομ;

Übersetzung nicht bestätigt

Dich einkleiden, unterrichten, nachts ins Bett bringen, zudecken.Ρούχα, σχολείο... θα σε βάζουν στο κρεβάτι το βράδυ, θα σε σκεπάζουν.

Übersetzung nicht bestätigt


Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ντύνωντύνουμε, ντύνομεντύνομαιντυνόμαστε
ντύνειςντύνετεντύνεσαιντύνεστε, ντυνόσαστε
ντύνειντύνουν(ε)ντύνεταιντύνονται
Imper
fekt
έντυναντύναμεντυνόμουν(α)ντυνόμαστε, ντυνόμασταν
έντυνεςντύνατεντυνόσουν(α)ντυνόσαστε, ντυνόσασταν
έντυνεέντυναν, ντύναν(ε) ντυνόταν(ε)ντύνονταν, ντυνόντανε, ντυνόντουσαν
Aoristέντυσαντύσαμεντύθηκαντυθήκαμε
έντυσεςντύσατεντύθηκεςντυθήκατε
έντυσεέντυσαν, ντύσαν(ε) ντύθηκεντύθηκαν, ντυθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ντύσει
έχω ντυμένο
έχουμε ντύσει
έχουμε ντυμένο
έχω ντυθεί
είμαι ντυμένος, -η
έχουμε ντυθεί
είμαστε ντυμένοι, -ες
έχεις ντύσει
έχεις ντυμένο
έχετε ντύσει
έχετε ντυμένο
έχεις ντυθεί
είσαι ντυμένος, -η
έχετε ντυθεί
είστε ντυμένοι, -ες
έχει ντύσει
έχει ντυμένο
έχουν ντύσει
έχουν ντυμένο
έχει ντυθεί
είναι ντυμένος, -η, -ο
έχουν ντυθεί
είναι ντυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ντύσει
είχα ντυμένο
είχαμε ντύσει
είχαμε ντυμένο
είχα ντυθεί
ήμουν ντυμένος, -η
είχαμε ντυθεί
ήμαστε ντυμένοι, -ες
είχες ντύσει
είχες ντυμένο
είχατε ντύσει
είχατε ντυμένο
είχες ντυθεί
ήσουν ντυμένος, -η
είχατε ντυθεί
ήσαστε ντυμένοι, -ες
είχε ντύσει
είχε ντυμένο
είχαν ντύσει
είχαν ντυμένο
είχε ντυθεί
ήταν ντυμένος, -η, -ο
είχαν ντυθεί
ήταν ντυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ντύνωθα ντύνουμε, θα ντύνομεθα ντύνομαιθα ντυνόμαστε
θα ντύνειςθα ντύνετεθα ντύνεσαιθα ντύνεστε/θα ντυνόσαστε
θα ντύνειθα ντύνουνθα ντύνεταιθα ντύνονται
Fut
ur
θα ντύσωθα ντύσουμε, θα ντύσομεθα ντυθώθα ντυθούμε
θα ντύσειςθα ντύσετεθα ντυθείςθα ντυθείτε
θα ντύσειθα ντύσουνθα ντυθείθα ντυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ντύσει
θα έχω ντυμένο
θα έχουμε ντύσει
θα έχουμε ντυμένο
θα έχω ντυθεί
θα είμαι ντυμένος, -η
θα έχουμε ντυθεί
θα είμαστε ντυμένοι, -ες
θα έχεις ντύσει
θα έχεις ντυμένο
θα έχετε ντύσει
θα έχετε ντυμένο
θα έχεις ντυθεί
θα είσαι ντυμένος, -η
θα έχετε ντύσει
θα είστε ντυμένοι, -ες
θα έχει ντύσει
θα έχει ντυμένο
θα έχουν ντύσει
θα έχουν ντυμένο
θα έχει ντυθεί
θα είναι ντυμένος, -η, -ο
θα έχουν ντυθεί
θα είναι ντυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ντύνωνα ντύνουμε, να ντύνομενα ντύνομαινα ντυνόμαστε
να ντύνειςνα ντύνετενα ντύνεσαινα ντύνεστε
να ντυνόσαστε
να ντύνεινα ντύνουννα ντύνεταινα ντύνονται
Aoristνα ντύσωνα ντύσουμε, να ντύσομενα ντυθώνα ντυθούμε
να ντύσειςνα ντύσετενα ντυθείςνα ντυθείτε
να ντύσεινα ντύσουννα ντυθείνα ντυθούν(ε)
Perfνα έχω ντύσει
να έχω ντυμένο
να έχουμε ντύσει
να έχουμε ντυμένο
να έχω ντυθεί
να είμαι ντυμένος, -η
να έχουμε ντυθεί
να είμαστε ντυμένοι, -ες
να έχεις ντύσει
να έχεις ντυμένο
να έχετε ντύσει
να έχετε ντυμένο
να έχεις ντυθεί
να είσαι ντυμένος, -η
να έχετε ντυθεί
να είστε ντυμένοι, -ες
να έχει ντύσει
να έχει ντυμένο
να έχουν ντύσει
να έχουν ντυμένο
να έχει ντυθεί
να είναι ντυμένος, -η, -ο
να έχουν ντυθεί
να είναι ντυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presντύνεντύνετε ντύνεστε
Aoristντύσεντύσετε, ντύστεντύσουντυθείτε
Part
izip
Presντύνοντας
Perfέχοντας ντύσει
έχοντας ντυμένο
ντυμένος, -η, -οντυμένοι, -ες, -α
InfinAoristντύσειντυθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback