ντύνω  Verb  [ntino, ntynw]

Ähnliche Bedeutung wie ντύνω


Beispielsätze ντύνω

... Ο Ερρίκος Ντυνάν (Jean-Henri Dunant, 8 Μαΐου 1828 – 30 Οκτωβρίου 1910) ήταν ιδρυτής του Ερυθρού Σταυρού και ο πρώτος αποδέκτης του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης ...

... Με το όνομα Ντυνάν φέρονται δύο πρόσωπα: Ο Ερρίκος Ντυνάν ιδρυτής του Ερυθρού Σταυρού και Ο Κάρολος Ντυνάν Γάλλος φιλόσοφος του 19ου αιώνα. ...

... Ο Ντυνάν (Dunant) είναι ένας αστεροειδής της Κύριας Ζώνης Αστεροειδών με απόλυτο μέγεθος (όπως ορίζεται για το Ηλιακό Σύστημα) 11,9. Ανακαλύφθηκε το 1973 ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beschichtet

... Urinella aus Einwegmaterial wie Pappe oder Papier, so ist dieses meist beschichtet und kann von der Natur nur schwer abgebaut werden. Nur wenige Hersteller ...

... Flugzeug Militäruhr - Ziffern und Zeiger mit Leuchtfarbe beschichtet ...

... Vorbehandlung erforderlich ist, kann eine Wasserstoffversprödung der zu beschichteten Teile ausgeschlossen werden. Die matt-graue Oberfläche zeigt eine sehr ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΝΤΥΝΩ
gduno">I dress
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ντύνωντύνουμε, ντύνομεντύνομαιντυνόμαστε
ντύνειςντύνετεντύνεσαιντύνεστε, ντυνόσαστε
ντύνειντύνουν(ε)ντύνεταιντύνονται
Imper
fekt
έντυναντύναμεντυνόμουν(α)ντυνόμαστε, ντυνόμασταν
έντυνεςντύνατεντυνόσουν(α)ντυνόσαστε, ντυνόσασταν
έντυνεέντυναν, ντύναν(ε) ντυνόταν(ε)ντύνονταν, ντυνόντανε, ντυνόντουσαν
Aoristέντυσαντύσαμεντύθηκαντυθήκαμε
έντυσεςντύσατεντύθηκεςντυθήκατε
έντυσεέντυσαν, ντύσαν(ε) ντύθηκεντύθηκαν, ντυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ντύσει
έχω ντυμένο
έχουμε ντύσει
έχουμε ντυμένο
έχω ντυθεί
είμαι ντυμένος, -η
έχουμε ντυθεί
είμαστε ντυμένοι, -ες
έχεις ντύσει
έχεις ντυμένο
έχετε ντύσει
έχετε ντυμένο
έχεις ντυθεί
είσαι ντυμένος, -η
έχετε ντυθεί
είστε ντυμένοι, -ες
έχει ντύσει
έχει ντυμένο
έχουν ντύσει
έχουν ντυμένο
έχει ντυθεί
είναι ντυμένος, -η, -ο
έχουν ντυθεί
είναι ντυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ντύσει
είχα ντυμένο
είχαμε ντύσει
είχαμε ντυμένο
είχα ντυθεί
ήμουν ντυμένος, -η
είχαμε ντυθεί
ήμαστε ντυμένοι, -ες
είχες ντύσει
είχες ντυμένο
είχατε ντύσει
είχατε ντυμένο
είχες ντυθεί
ήσουν ντυμένος, -η
είχατε ντυθεί
ήσαστε ντυμένοι, -ες
είχε ντύσει
είχε ντυμένο
είχαν ντύσει
είχαν ντυμένο
είχε ντυθεί
ήταν ντυμένος, -η, -ο
είχαν ντυθεί
ήταν ντυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ντύνωθα ντύνουμε, θα ντύνομεθα ντύνομαιθα ντυνόμαστε
θα ντύνειςθα ντύνετεθα ντύνεσαιθα ντύνεστε/θα ντυνόσαστε
θα ντύνειθα ντύνουνθα ντύνεταιθα ντύνονται
Fut
ur
θα ντύσωθα ντύσουμε, θα ντύσομεθα ντυθώθα ντυθούμε
θα ντύσειςθα ντύσετεθα ντυθείςθα ντυθείτε
θα ντύσειθα ντύσουνθα ντυθείθα ντυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ντύσει
θα έχω ντυμένο
θα έχουμε ντύσει
θα έχουμε ντυμένο
θα έχω ντυθεί
θα είμαι ντυμένος, -η
θα έχουμε ντυθεί
θα είμαστε ντυμένοι, -ες
θα έχεις ντύσει
θα έχεις ντυμένο
θα έχετε ντύσει
θα έχετε ντυμένο
θα έχεις ντυθεί
θα είσαι ντυμένος, -η
θα έχετε ντύσει
θα είστε ντυμένοι, -ες
θα έχει ντύσει
θα έχει ντυμένο
θα έχουν ντύσει
θα έχουν ντυμένο
θα έχει ντυθεί
θα είναι ντυμένος, -η, -ο
θα έχουν ντυθεί
θα είναι ντυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ντύνωνα ντύνουμε, να ντύνομενα ντύνομαινα ντυνόμαστε
να ντύνειςνα ντύνετενα ντύνεσαινα ντύνεστε
να ντυνόσαστε
να ντύνεινα ντύνουννα ντύνεταινα ντύνονται
Aoristνα ντύσωνα ντύσουμε, να ντύσομενα ντυθώνα ντυθούμε
να ντύσειςνα ντύσετενα ντυθείςνα ντυθείτε
να ντύσεινα ντύσουννα ντυθείνα ντυθούν(ε)
Perfνα έχω ντύσει
να έχω ντυμένο
να έχουμε ντύσει
να έχουμε ντυμένο
να έχω ντυθεί
να είμαι ντυμένος, -η
να έχουμε ντυθεί
να είμαστε ντυμένοι, -ες
να έχεις ντύσει
να έχεις ντυμένο
να έχετε ντύσει
να έχετε ντυμένο
να έχεις ντυθεί
να είσαι ντυμένος, -η
να έχετε ντυθεί
να είστε ντυμένοι, -ες
να έχει ντύσει
να έχει ντυμένο
να έχουν ντύσει
να έχουν ντυμένο
να έχει ντυθεί
να είναι ντυμένος, -η, -ο
να έχουν ντυθεί
να είναι ντυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presντύνεντύνετε ντύνεστε
Aoristντύσεντύσετε, ντύστεντύσουντυθείτε
Part
izip
Presντύνοντας
Perfέχοντας ντύσει
έχοντας ντυμένο
ντυμένος, -η, -οντυμένοι, -ες, -α
InfinAoristντύσειντυθεί










Griechische Definition zu ντύνω

ντύνω [díno] -ομαι Ρ αόρ. έντυσα, απαρέμφ. ντύσει, παθ. αόρ. ντύθηκα, απαρέμφ. ντυθεί, μππ. ντυμένος : I1α.βάζω σε κπ. τα ρούχα του, του τα φορώ. ANT γδύνω: ντύνω το παιδί. Tο παιδί ντύνει την κούκλα του. ντύνω τον εαυτό μου, ντύνομαι. Πρέπει να μάθεις να ντύνεσαι μόνος σου. Tο πρωί ντύνομαι πολύ γρήγορα. β1. φορώ σε κπ. ή του επιβάλλω να φορέσει αυτό ή εκείνο το είδος των ρούχων, με αυτόν ή με εκείνον τον τρόπο: Όταν πέθανε ο πατέρας της, την έντυσαν στα μαύρα. || Nτύθηκα ελαφρά / βαριά / χειμωνιάτικα / καλοκαιρινά / στα κόκκινα. Είναι ντυμένη προκλητικά / σεμνά / καλά / επίσημα / πρόχειρα. Είναι πάντοτε ντυμένος στην τρίχα* / στην πένα*. || Nτύθηκε νύφη / γαμπρός, φόρεσε νυφικά / γαμπριάτικα ρούχα για να παντρευτεί. || (απόλ.) ντύνομαι κατάλληλα για μια συγκεκριμένη περίπτωση: Πρέπει να ντυθώ για να βγω έξω. Θα αγοράσω ένα μαύρο παλτό / κοστούμι για να είμαι πάντα ντυμένος. Aυτή η γυναίκα δεν ξέρει να ντυθεί. β2. (οικ.) για κατάταξη στο στρατό: Tον έντυσαν (φαντάρο / στρατιώτη). Πότε θα ντυθείς; β3. μεταμφιέζω, μασκαρεύω: Tον έντυσαν πιερότο / φουστανελά. Tι θα ντυθείς φέτος την Aποκριά; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ντύνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15